‘Καταδικασμένοι’ να είμαστε Αθάνατοι (2/2)
Ο Χριστιανισμός είναι μία κλήσις εις τον μέχρις εσχάτης αναπνοής αγώνα εναντίον του θανάτου, μέχρι δηλαδή της τελικής νίκης επ᾽ αυτού. Κάθε αμαρτία αποτελεί μίαν υποχώρησιν, κάθε πάθος μίαν προδοσίαν, κάθε κακία μίαν ήτταν. Δεν πρέπει να διερωτάται κανείς διατί και οι Χριστιανοί αποθνήσκουν τον σωματικόν θάνατον. Τούτο γίνεται, διότι ο θάνατος του σώματος είναι μία σπορά. Σπείρεται σώμα θνητόν, λέγει ο Απόστολος Παύλος (πρβλ. Α´ Κορ. ιε´ 42 εξ.), και βλαστάνει, αυξάνει και γίνεται αθάνατον. Όπως ο σπειρόμενος σπόρος, ούτω και το σώμα διαλύεται, διά να το ζωοποιήση και τελειοποιήση το Άγιον Πνεύμα. Εάν ο Κύριος Ιησούς δεν είχεν αναστήσει το σώμα, τι όφελος θα είχε τούτο από Αυτόν; Ούτος δεν θα είχε σώσει ολόκληρον τον άνθρωπον. Εάν δεν ανέστησε το σώμα, τότε διά τι εσαρκώθη, διά τι ανέλαβε το σώμα, αφού δεν του έδωσε τίποτε από την Θεότητά Του;
Εάν ο Χριστός δεν ανέστη, διά τι τότε να πιστεύη κανείς εις Αυτόν; Ομολογώ ειλικρινώς, ότι εγώ ουδέποτε θα επίστευον εις τον Χριστόν, εάν δεν είχεν αναστή και δεν είχε νικήσει τον θάνατον, τον μεγαλύτερον εχθρόν μας. Αλλ᾽ ο Χριστός ανέστη και εδώρησεν εις ημάς την αθανασίαν. Άνευ αυτής της αληθείας, ο κόσμος μας είναι μόνον μία χαώδης έκθεσις απεχθών ανοησιών. Μόνον με την ένδοξον Ανάστασίν Του ο θαυμαστός Κύριος και Θεός μας, μας ηλευθέρωσεν από το παράλογον και την απελπισίαν. Διότι χωρίς την Ανάστασιν δεν υπάρχει ούτε εις τον ουρανόν ούτε υπό τον ουρανόν τίποτε πιο παράλογον από τον κόσμον αυτόν.ούτε μεγαλυτέρα απελπισία από την ζωήν αυτήν, δίχως αθανασίαν. Δι᾽ αυτό εις όλους τους κόσμους δεν υπάρχει περισσότερον δυστυχισμένη ύπαρξις από τον άνθρωπον, που δεν πιστεύει εις την Ανάστασιν του Χριστού και την ανάστασιν των νεκρών (πρβλ. Α´ Κορ. ιε´ 19). «Καλόν ην αυτώ ει ουκ εγεννήθη ο άνθρωπος εκείνος» (Ματθ. κϛ´ 24).
Εις τον ανθρώπινον κόσμον μας ο θάνατος είναι το μεγαλύτερον βάσανον και η πιο φρικιαστική απανθρωπία. Η απελευθέρωσις από αυτό το βάσανον και από αυτήν την απανθρωπίαν είναι ακριβώς η σωτηρία. Τοιαύτην σωτηρίαν εδώρησεν εις το ανθρώπινον γένος μόνον ο Νικητής του θανάτου – ο Αναστάς Θεάνθρωπος. Διά της αναστάσεώς Του Αυτός μας απεκάλυψεν όλον το μυστήριον της σωτηρίας μας. Σωτηρία σημαίνει το να εξασφαλισθή διά το σώμα και την ψυχήν αθανασία και αιωνία ζωή. Πως δε κατορθώνεται τούτο; Μόνον διά της θεανθρωπίνης ζωής, της νέας ζωής της εν τω Αναστάντι και διά τον Αναστάντα Χριστόν!
Δι᾽ ημάς τους Χριστιανούς η ζωή αυτή επί της γης είναι σχολείον, εις το οποίον μανθάνομεν πως να εξασφαλίσωμεν την αθανασίαν και την αιωνίαν ζωήν. Διότι τι όφελος έχομεν από αυτήν την ζωήν, εάν με αυτήν δεν ημπορούμεν να αποκτήσωμεν την αιωνίαν; Αλλά, διά να αναστηθή μετά του Χριστού ο άνθρωπος, πρέπει πρώτον να συναποθάνη μετ᾽ Αυτού και να ζήση την ζωήν του Χριστού ως ιδικήν του. Εάν κάμη τούτο, τότε την ημέραν της Αναστάσεως θα ημπορέση μετά του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου να ειπή: «Χθες συνεσταυρούμην Χριστώ, σήμερον συνδοξάζομαι.χθες συνενεκρούμην, ζωοποιούμαι σήμερον.χθες συνεθαπτόμην, σήμερον συνεγείρομαι»
Εις τέσσαρας μόνον λέξεις συγκεφαλαιούνται και τα τέσσαρα Ευαγγέλια του Χριστού: Χριστός Ανέστη! – Αληθώς Ανέστη!… Εις εκάστην εξ αυτών ευρίσκεται από ένα Ευαγγέλιον, και εις τα τέσσαρα Ευαγγέλια ευρίσκεται όλον το νόημα όλων των κόσμων του Θεού, των ορατών και αοράτων.
Και όταν όλα τα αισθήματα του ανθρώπου και όλαι αι σκέψεις του συγκεντρωθούν εις την βροντήν του πασχαλινού αυτού χαιρετισμού: «Χριστός Ανέστη!», τότε η χαρά της αθανασίας σείει όλα τα όντα, και αυτά εν αγαλλιάσει απαντούν, επιβεβαιούται το πασχαλινόν θαύμα: «Αληθώς Ανέστη!» Ναί, αληθώς ανέστη ο Κύριος! και μάρτυς τούτου είσαι εσύ, μάρτυς εγώ, μάρτυς κάθε Χριστιανός, αρχίζοντες από τους αγίους Αποστόλους μέχρι και της Δευτέρας Παρουσίας. Διότι μόνον η δύναμις του Αναστάντος Θεανθρώπου Χριστού ηδυνήθη να δώση, – και συνεχώς δίδει και συνεχώς θα δίδη – την δύναμιν εις κάθε Χριστιανόν – από τον πρώτον μέχρι τον τελευταίον – να νικήση παν το θνητόν και αυτόν τούτον τον θάνατον. Παν το αμαρτωλόν και αυτήν ταύτην την αμαρτίαν. Παν το δαιμονικόν και αυτόν τούτον τον διάβολον. Διότι μόνον με την Ανάστασίν Του ο Κύριος, κατά τον πιο πειστικόν τρόπον, έδειξε και απέδειξεν ότι η ζωή Του είναι Αιωνία Ζωή, η αλήθειά Του είναι Αιωνία Αλήθεια, η αγάπη Του Αιωνία Αγάπη, η αγαθότης Του Αιωνία Αγαθότης, η χαρά Του Αιωνία Χαρά. Και επίσης έδειξε και απέδειξεν ότι όλα αυτά τα δίδει Αυτός, κατά την απαράμιλλον φιλανθρωπίαν Του, εις κάθε Χριστιανόν εις όλας τας εποχάς. Προς τούτοις, δεν υπάρχει ένα γεγονός όχι μόνον εις το Ευαγγέλιον, αλλά ούτε εις ολόκληρον την ιστορίαν του ανθρωπίνου γένους, το οποίον να είναι μεμαρτυρημένον κατά τρόπον τόσον δυνατόν, τόσον απρόσβλητον, τόσον αναντίρρητον, όσον η Ανάστασις του Χριστού.
Αναμφιβόλως, ο Χριστιανισμός εις όλην του την ιστορικήν πραγματικότητα, την ιστορικήν του δύναμιν και παντοδυναμίαν, θεμελιούται επί του γεγονότος της Αναστάσεως του Χριστού, δηλαδή επί της αιωνίως ζώσης Υποστάσεως του Θεανθρώπου Χριστού. Και περί τούτου μαρτυρεί όλη η μακραίων και πάντοτε θαυματουργική ιστορία του Χριστιανισμού. Διότι αν υπάρχη ένα γεγονός εις το οποίον θα ηδύνατο να συνοψισθούν όλα τα γεγονότα, από την ζωήν του Κυρίου και των Αποστόλων και γενικώς ολοκλήρου του Χριστιανισμού, το γεγονός τούτο θα ήτο η Ανάστασις του Χριστού. Επίσης, αν υπάρχη μία αλήθεια εις την οποίαν θα ηδύναντο να συνοψισθούν όλαι αι Ευαγγελικαί αλήθειαι, η αλήθεια αύτη θα ήτο η Ανάστασις του Χριστού.
Και ακόμη, εάν υπάρχη μία πραγματικότης εις την οποίαν θα ηδύναντο να συνοψισθούν όλαι αι Καινοδιαθηκικαί πραγματικότητες, η πραγματικότης αύτη θα ήτο η Ανάστασις του Χριστού. Και τέλος, αν υπάρχη ένα Ευαγγελικόν θαύμα εις το οποίον θα ηδύναντο να συνοψισθούν όλα τα Καινοδιαθηκικά θαύματα, τότε το θαύμα τούτο θα ήτο η Ανάστασις του Χριστού. Διότι μόνον εν τω φωτί της Αναστάσεως του Χριστού, αναδεικνύεται θαυμασίως σαφές και το πρόσωπον του Θεανθρώπου Ιησού και το έργον Του. Μόνον εν τη Αναστάσει του Χριστού λαμβάνουν την πλήρη εξήγησίν των όλα τα θαύματα του Χριστού, όλαι αι αλήθειαί Του, όλα τα λόγιά Του, όλα τα γεγονότα της Καινής Διαθήκης.
Μέχρι της Αναστάσεώς Του ο Κύριος εδίδασκε περί της αιωνίου ζωής, αλλά μετά την Ανάστασίν Του έδειξεν ότι ο Ίδιος όντως είναι η αιώνιος ζωή. Μέχρι της Αναστάσεώς Του εδίδασκε περί της αναστάσεως των νεκρών, αλλά με την Ανάστασίν Του έδειξεν ότι ο Ίδιος είναι πράγματι η Ανάστασις των νεκρών. Μέχρι της Αναστάσεώς Του εδίδασκεν ότι η πίστις εις Αυτόν μεταφέρει εκ του θανάτου εις την ζωήν, αλλά με την Ανάστασίν Του έδειξεν ότι ο Ίδιος ενίκησε τον θάνατον και εξησφάλισε τοιουτοτρόπως εις τους τεθανατωμένους ανθρώπους την μετάβασιν εκ του θανάτου εις την Ανάστασιν. Ναί, ναί, ναί: ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός με την Ανάστασίν Του έδειξε και απέδειξεν ότι είναι ο μόνος αληθινός Θεός, ο μόνος αληθινός Θεάνθρωπος εις όλους τους ανθρωπίνους κόσμους.
Και κάτι ακόμη: άνευ της Αναστάσεως του Θεανθρώπου δεν δύναται να εξηγηθή ούτε η αποστολικότης των Αποστόλων, ούτε το μαρτύριον των Μαρτύρων ούτε η ομολογία των Ομολογητών ούτε η αγιότης των Αγίων ούτε η ασκητικότης των Ασκητών ούτε η θαυματουργικότης των Θαυματουργών ούτε η πίστις των πιστευόντων ούτε η αγάπη των αγαπώντων ούτε η ελπίς των ελπιζόντων ούτε η νηστεία των νηστευόντων ούτε η προσευχή των προσευχομένων ούτε η πραότης των πράων ούτε η μετάνοια των μετανοούντων ούτε η ευσπλαγχνία των ευσπλάγχνων ούτε οιαδήποτε χριστιανική αρετή ή άσκησις. Εάν ο Κύριος δεν είχεν αναστή και ως Αναστάς δεν είχε γεμίσει τους μαθητάς Του με την ζωοποιόν δύναμιν και την θαυματουργικήν σοφίαν, ποίος θα ηδύνατο αυτούς τους φοβισμένους και δραπέτας να τους συγκεντρώση και να τους δώση το θάρρος και την δύναμιν και την σοφίαν διά να ημπορέσουν τόσον άφοβα και με τόσην δύναμιν και σοφίαν να κηρύττουν και να ομολογούν τον Αναστάντα Κύριον και να πηγαίνουν με τόσην χαράν εις τον θάνατον δι᾽ Αυτόν;
Και αν ο Αναστάς Σωτήρ δεν τους είχε γεμίσει με την θείαν δύναμίν Του και σοφίαν, πως θα ημπορούσαν να ανάψουν μέσα εις τον κόσμον την άσβεστον πυρκαιάν της Καινοδιαθηκικής πίστεως αυτοί οι απλοικοί αγράμματοι, αμαθείς και πτωχοί άνθρωποι;
Εάν η Χριστιανική πίστις δεν ήτο η πίστις του Αναστάντος και κατά συνέπειαν του αιωνίως ζώντος και ζωοποιούντος Κυρίου, ποίος θα ηδύνατο να εμπνεύση τους Μάρτυρας εις τον άθλον του μαρτυρίου, και τους Ομολογητάς εις τον άθλον της ομολογίας, και τους Ασκητάς εις τον άθλον της ασκήσεως, και τους Αναργύρους εις τον άθλον της αναργυρίας, και τους Νηστευτάς εις τον άθλον της νηστείας και εγκρατείας, και οποιονδήποτε Χριστιανόν εις οποιονδήποτε Ευαγγελικόν άθλον;
Όλα αυτά είναι λοιπόν αληθινά και πραγματικά και δι᾽ εμέ και διά σε και διά κάθε ανθρωπίνην ύπαρξιν. Διότι ο θαυμαστός και γλυκύτατος Κύριος Ιησούς, ο Αναστάς Θεάνθρωπος, είναι η μόνη Ύπαρξις υπό τον ουρανόν με την οποίαν δύναται ο άνθρωπος εδώ εις την γην να νικήση και τον θάνατον και την αμαρτίαν και τον διάβολον, και να καταστή μακάριος και αθάνατος, συμμέτοχος εις την Αιωνίαν Βασιλείαν της Αγάπης του Χριστού…
Διά τούτο, διά την ανθρωπίνην ύπαρξιν ο Αναστάς Κύριος είναι τα πάντα εν πάσιν εις όλους τους κόσμους: ο,τι το Ωραίον, το Καλόν, το Αληθές, το Προσφιλές, το Χαρμόσυνον, το Θείον, το Σοφόν, το Αιώνιον.
Αυτός είναι όλη η Αγάπη μας, όλη η Αλήθειά μας όλη η Χαρά μας, όλον το Αγαθόν μας όλη η Ζωή μας, η Αιωνία Ζωή εις όλας τας θείας αιωνιότητας και απεραντοσύνας.
– Διά τούτο και πάλιν, και πολλάκις, και αναρίθμητες φορές: Χριστός Ανέστη!
Πηγή: Ιουστίνος Πόποβιτς
