‘Καταδικασμένοι’ να είμαστε Αθάνατοι (1/2)
Oι άνθρωποι καταδίκασαν τον Θεόν εις θάνατον, ο Θεός όμως διά της Αναστάσεώς Του ”καταδικάζει” τους ανθρώπους εις αθανασίαν. Διά τα κτυπήματα τους ανταποδίδει τους εναγκαλισμούς. Διά τας ύβρεις τας ευλογίας. Διά τον θάνατον την αθανασίαν.
Ποτέ δεν έδειξαν οι άνθρωποι τόσον μίσος προς τον Θεόν, όσον όταν Τον εσταύρωσαν και ποτέ δεν έδειξεν ο Θεός τόσην αγάπην προς τους ανθρώπους, όσην όταν ανέστη. Οι άνθρωποι ήθελαν να καταστήσουν τον Θεόν θνητόν, αλλ᾽ ο Θεός διά της Αναστάσεώς Του κατέστησε τους ανθρώπους αθανάτους. Ανέστη ο σταυρωθείς Θεός και απέκτεινε τον θάνατον. Ο θάνατος ουκ έστι πλέον. Η αθανασία κατέκλυσε τον άνθρωπον και όλους τους κόσμους του.
Διά της Αναστάσεως του Θεανθρώπου η ανθρωπίνη φύσις ωδηγήθη τελεσιδίκως εις την οδόν της αθανασίας, και έγινε φοβερά και δι᾽ αυτόν τον θάνατον. Διότι προ της Αναστάσεως του Χριστού ο θάνατος ήτο φοβερός διά τον άνθρωπον, από δε της Αναστάσεως του Κυρίου γίνεται ο άνθρωπος φοβερός διά τον θάνατον. Εάν ζη διά της πίστεως εις τον Αναστάντα Θεάνθρωπον ο άνθρωπος, ζη υπεράνω του θανάτου. Καθίσταται απρόσβλητος και από τον θάνατον. Ο θάνατος μετατρέπεται εις «υποπόδιον των ποδών αυτού»: «Που σου, θάνατε, το κέντρον; που σου, άδη, το νίκος;» (πρβλ. Α´ Κορ. ιε´ 55-56).
Ούτως, όταν ο εν Χριστώ άνθρωπος αποθνήσκη, αφήνει απλώς το ένδυμα του σώματός του διά να το ενδυθή εκ νέου κατά την ημέραν της Δευτέρας Παρουσίας.
Μέχρι της Αναστάσεως του Θεανθρώπου Χριστού ο θάνατος ήτο η δευτέρα φύσις του ανθρώπου. Η πρώτη ήτο η ζωή, και ο θάνατος η δευτέρα. Ο άνθρωπος είχε συνηθίσει τον θάνατον ως κάτι το φυσικόν. Αλλά με την Ανάστασίν Του ο Κύριος ήλλαξε τα πάντα: η αθανασία έγινεν η δευτέρα φύσις του ανθρώπου, έγινε κάτι το φυσικόν εις τον άνθρωπον, και το αφύσικον κατέστη ο θάνατος. Όπως μέχρι της Αναστάσεως του Χριστού ήτο φυσικόν εις τους ανθρώπους το να είναι θνητοί, ούτω μετά την ανάστασιν έγινε φυσική δι᾽ αυτούς η αθανασία.
Διά της αμαρτίας ο άνθρωπος κατέστη θνητός και πεπερασμένος. Διά της Αναστάσεως του Θεανθρώπου γίνεται αθάνατος και αιώνιος. Εις αυτό δε ακριβώς έγκειται η δύναμις και το κράτος και η παντοδυναμία της του Χριστού Αναστάσεως. Και διά τούτο άνευ της Αναστάσεως του Χριστού δεν θα υπήρχε καν ο Χριστιανισμός.
Μεταξύ των θαυμάτων η Ανάστασις του Κυρίου είναι το μεγαλύτερον θαύμα. Όλα τα άλλα θαύματα πηγάζουν από αυτό και συνοψίζονται εις αυτό. Εξ αυτού εκπηγάζουν και η πίστις και η αγάπη και η ελπίς και η προσευχή και η θεοσέβεια. Οι δραπέται μαθηταί, αυτοί οι οποίοι έφυγαν μακράν από τον Ιησούν όταν απέθνησκεν, επιστρέφουν προς Αυτόν όταν ανέστη. Και ο Ρωμαίος εκατόνταρχος όταν είδε τον Χριστόν να ανίσταται εκ του τάφου, τον ωμολόγησεν ως Υιόν του Θεού. Κατά τον ίδιον τρόπον και όλοι οι πρώτοι Χριστιανοί έγιναν Χριστιανοί, διότι ανέστη ο Χριστός, διότι ενίκησε τον θάνατον. Αυτό είναι εκείνο το οποίον ουδεμία άλλη θρησκεία έχει.αυτό είναι εκείνο το οποίον κατά τρόπον μοναδικόν και αναμφισβήτητον δεικνύει και αποδεικνύει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός και Κύριος εις όλους τους ορατούς και αοράτους κόσμους.
Χάρις εις την Ανάστασιν του Χριστού, χάρις εις την νίκην επί του θανάτου οι άνθρωποι εγίνοντο και γίνονται και θα γίνονται πάντοτε Χριστιανοί. Όλη η ιστορία του Χριστιανισμού δεν είναι άλλο τι παρά ιστορία ενός και μοναδικού θαύματος της του Χριστού Αναστάσεως, το οποίον συνεχίζεται διαρκώς εις όλας τας καρδίας των Χριστιανών από ημέρας εις ημέραν, από έτους εις έτος, από αιώνος εις αιώνα μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας.
Ο άνθρωπος γεννάται αληθώς όχι όταν τον φέρη εις τον κόσμον η μητέρα του, αλλ᾽ όταν πιστεύση εις τον Αναστάντα Σωτήρα Χριστόν, διότι τότε γεννάται εις την αθάνατον και αιωνίαν ζωήν, ενώ η μητέρα γεννά το παιδί της προς θάνατον, διά τον τάφον.
Η Ανάστασις του Χριστού είναι η μήτηρ πάντων ημών, πάντων των Χριστιανών, η μήτηρ των αθανάτων. Διά της πίστεως εις την Ανάστασιν του Κυρίου, γεννάται εκ νέου ο άνθρωπος, γεννάται διά την αιωνιότητα.
– Τούτο είναι αδύνατον! Παρατηρεί ο σκεπτικιστής. Και ο Αναστάς Θεάνθρωπος απαντά: «Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (πρβλ. Μαρκ. θ´ 23). Και ο πιστεύων είναι εκείνος ο οποίος με όλην την καρδίαν, με όλην την ψυχήν, με όλον το είναι του ζη κατά το Ευαγγέλιον του Αναστάντος Κυρίου Ιησού.
Η πίστις μας είναι η νίκη διά της οποίας νικώμεν τον θάνατον, η πίστις δηλαδή εις τον Αναστάντα Κύριον. «Που σου, θάνατε, το κέντρον;» «Το δε κέντρον του θανάτου η αμαρτία» (Α´ Κορ. ιε´ 55-56). Διά της αναστάσεώς Του ο Κύριος «ήμβλυνε του θανάτου το κέντρον». Ο θάνατος είναι ο όφις, η δε αμαρτία είναι το κεντρί του. Διά της αμαρτίας ο θάνατος εκχέει το δηλητήριον εις την ψυχήν και το σώμα του ανθρώπου. Όσον περισσοτέρας αμαρτίας έχει ο άνθρωπος, τόσον περισσότερα είναι τα κέντρα διά των οποίων εκχέει ο θάνατος το δηλητήριόν του εις αυτόν.
Όταν η σφήκα κεντρίση τον άνθρωπον, καταβάλλει ούτος κάθε δυνατήν προσπάθειαν διά να εκβάλη το κεντρί από το σώμα του. Όταν δε τον κεντρίση η αμαρτία – το κέντρον αυτό του θανάτου – τι πρέπει να κάμη; – Πρέπει με την πίστιν και προσευχήν να επικαλεσθή τον Αναστάντα Σωτήρα Χριστόν, διά να εκβάλη Αυτός το κεντρί του θανάτου από την ψυχήν του. Και Αυτός ως πολυεύσπλαγχνος θα το κάμη, διότι είναι Θεός του Ελέους και της Αγάπης. Όταν πολλαί σφήκαι πέσουν επί του σώματος του ανθρώπου και τον τραυματίσουν πολύ με τα κέντρα τους, τότε ο άνθρωπος δηλητηριάζεται και αποθνήσκει. Το αυτό γίνεται και με την ψυχήν του ανθρώπου όταν την τραυματίσουν τα πολλά κέντρα των πολλών αμαρτιών. Αποθνήσκει ούτος θάνατον που δεν έχει ανάστασιν.
Νικών διά του Χριστού την αμαρτίαν μέσα του ο άνθρωπος νικά τον θάνατον. Εάν περάση μία ημέρα και συ δεν έχης νικήσει ούτε μίαν αμαρτίαν σου, γνώρισε ότι έγινες περισσότερον θνητός. Εάν όμως νικήσης μίαν ή δύο ή τρεις αμαρτίας σου, έγινες πιο νέος με την νεότητα η οποία δεν γηράσκει, την αθάνατον και αιωνίαν! Ας μη το λησμονώμεν ποτέ: το να πιστεύη κανείς εις τον Αναστάντα Χριστόν, τούτο σημαίνει να αγωνίζεται διαρκώς τον αγώνα εναντίον της αμαρτίας, του κακού και του θανάτου.
Το ότι ο άνθρωπος πιστεύει αληθώς εις τον Αναστάντα Κύριον το αποδεικνύει με το να αγωνίζεται κατά της αμαρτίας και των παθών.και εάν μεν αγωνίζεται, πρέπει να γνωρίζη ότι αγωνίζεται διά την αθανασίαν και την αιωνίαν ζωήν. Εάν όμως δεν αγωνίζεται, τότε είναι ματαία η πίστις του!
Διότι, εάν η πίστις του ανθρώπου δεν είναι αγών διά την αθανασίαν και την αιωνιότητα, τότε τι είναι; Εάν με την εις Χριστόν πίστιν δεν φθάνη κανείς εις την αθανασίαν και την επί του θανάτου νίκην, τότε προς τι η πίστις ημών; Εάν ο Χριστός δεν ανέστη, τούτο σημαίνει ότι η αμαρτία και ο θάνατος δεν έχουν νικηθή. Εάν δε δεν έχουν αυτά τα δύο νικηθή, τότε διά τι να πιστεύη κανείς εις τον Χριστόν; Εκείνος όμως ο οποίος διά της πίστεως εις τον Αναστάντα Χριστόν αγωνίζεται εναντίον κάθε αμαρτίας του, αυτός ενισχύει βαθμιαίως εν εαυτώ την αίσθησιν ότι ο Κύριος όντως ανέστη, όντως ήμβλυνε το κέντρον του θανάτου, όντως ενίκησε τον θάνατον εις όλα τα μέτωπα μάχης.
Η αμαρτία βαθμιαίως σμικρύνει την ψυχήν του ανθρώπου, την πλησιάζει προς τον θάνατον, την μεταβάλλει από αθανάτου εις θνητήν, από αφθάρτου και απεράντου εις φθαρτήν και εις πεπερασμένην. Όσον περισσοτέρας αμαρτίας έχει ο άνθρωπος, τόσον περισσότερον είναι θνητός. Και εάν ο άνθρωπος δεν αισθάνεται τον εαυτόν του αθάνατον, είναι φανερόν ότι ευρίσκεται όλος βυθισμένος εις τας αμαρτίας, εις σκέψεις μυωπικάς, εις αισθήματα νεκρωμένα.
Πηγή: Ιουστίνος Πόποβιτς
