Άρθρο 12, 17.03.2025

Ο μολυσματικός ιός της κενοδοξίας (2/2)

Στην επί του όρους ομιλία γίνονται ιδιαίτερες συστάσεις για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ασκούν οι Χριστιανοί τις αρετές, για να μην αλλοτριώνονται και μεταλλάσσονται τελικά σε ελαττώματα και κακίες. Έτσι εφιστάται η προσοχή για τον τρόπο ασκήσεως της ελεημοσύνης, της προσευχής και της νηστείας, ώστε αυτές, όπως και όλες γενικώς οι αρετές, να μην ασκούνται με διάθεση ανθρωπαρέσκειας, για να δια­τηρούν την πραγματική τους αξία. Το πάθος της  ανθρωπα­ρέσκειας η της κενοδοξίας, στην οποία εύκολα διολι­σθαίνει ο άνθρωπος νο­θεύει τα αγαθά κίνητρά του.

Η κακία διαθέτει πολλά οχυρώματα. Όταν καταρρέουν τα πρώτα παραμένουν τα άλλα, ώστε ο αγωνιστής να μην πα­ραμένει ποτέ ασφαλής. Πρώτα οχυ­ρώματά της είναι η σαρκική επιθυμία και η φιλαργυρία. Αυτά δεν πε­ριορίζονται στις εξω­τερικές καταστάσεις και τις σχέσεις των αν­θρώπων με τα πράγματα, αλλά συνδέονται με το φρόνημά του. Μπορεί κάποιος να είναι φτωχός, αλλά να επιθυμεί τον πλούτο, οπότε η αλ­λαγή μιας  εξωτερικής καταστάσεως είναι ικανή να τον ανα­τρέψει. Αν όμως απαρνηθεί το κοσμικό φρόνημά του και προ­σφερθεί αυτοπροαίρετα στον Θεό, τότε εκείνος θα ξεριζώσει τα πάθη και τους λογι­σμούς της κακίας από μέσα του, θα τον κα­θα­ρίσει και θα καρ­πο­φορήσει πνευ­μα­τικά. Ο Θεός χρειάζεται μόνο την προαίρεση του ανθρώπου, προκειμένου να τον ελεή­σει και να τον φω­τίσει.

Έργο του Χριστιανού είναι να έχει τον νου του προ­ση­λω­μεένο στον Θεό και να καλλιεργεί την αρετή τηρώντας τις εντολές. Αντιθέτως όλος ο αγώνας του πονηρού είναι να απο­σπάσει τον νου του ανθρώπου από την μνήμη του Θεού και να προω­θήσει την κακία με την λήθη του Θεού και την καταφρόνηση  των εντο­λών του. Ο αγώνας όμως του πονηρού δεν περιο­ρί­ζεται ως εδώ, αλλά επεκτείνετει με την φαλ­­κίδευση της αρετής που κατορθώνει ο άνθρωπος με κόπους και προσπάθει­ες. Και η φαλ­­κίδευση αυτή πραγματοποι­εί­ται με την κενοδοξία, που ενεργεί ως «σκορπιστήριο των κόπων, απώλεια των ιδρώ­των και επίβουλος των θησαυρών».

Η κενοδοξία  ως «αρα­χνώδης βδέλλα» εισδύει αδιόρατα στον έσω άνθρωπο επηρε­ά­ζει τον νού του, και μολύνει ακόμα και τις ευγενέστερες πρά­ξεις και διαθέσεις του. Στην καρδιά του ανθρώπου κρύ­βε­ται ο αληθινός θάνατος, και  αν αυτός δεν νικηθεί, η κενοδοξία εξακολουθεί να πραγματοποιεί το μολυ­σματικό έργο της. Όσο ο νους του αν­θρώπου παραμένει «αιχ­μά­λωτος και δού­λος της αμαρτίας», κάθε καλή πράξη του μο­λύνεται από την κενοδοξία. Και όσοι προσέρχονται στον Θεό με παρρησία και εμπιστοσύνη στα έργα τους δεν τον ευαρε­στούν, αλλά τον εξοργίζουν.

Για να μα­ταιωθεί το έργο της κενοδοξίας, πρέπει να κα­θαρ­θεί ο νους και η καρδιά του ανθρώπου, και να δοθεί ολό­κλη­ρος ο άνθρωπος στον Θεό. Αυτό σημαίνει ότι ο άν­θρω­πος πρέπει να αγιασθεί. Ο αγιασμός όμως αυτός δεν μπορεί να πραγ­­μα­τοποι­ηθεί από τον ίδιο, αλλά από τον μόνο άγιο, τον Θεό. Πραγ­μα­τοποιείται από τον Θεό, που από ανερμήνευτη φιλανθρωπία έγινε άνθρωπος, ανέλα­βε την εκπεσμένη ανθρώ­πινη φύση και την αγίασε αγιάζοντας τον εαυτό του για χάρη των ανθρώπων.

Ο Χριστός αγίασε ως άνθρωπος τον εαυτό του προσφέ­ροντάς τον μέχρι θανάτου στον Θεό Πατέρα. Ανύψωσε με τον θάνατο και την ανάστασή του την κτι­στή ανθρώπινη φύση, ελεύθερη από την αμαρτία, στην άκτιστη Βασι­λεία του Θεού. Έτσι υπέδειξε και στον άνθρωπο την οδό που οδηγεί στο άγιο Αρχέτυπό του, τον Τριαδικό Θεό. Η αγιότητα του άκτιστου Θεού παρέχεται στον κτιστό και αμαρτωλό άνθρωπο ως δωρέα του σταυρού. «Στον σταυρό, όπως και στο ποτήριο του Κυρίου», γρά­­φει ο όσιος Σωφρόνιος, «το κτιστό είναι μου συν­­δέεται με το α­­­κτι­στο Θείο Είναι. Προς ένδειξη αυτού ασπα­ζόμαστε τον σταυ­­ρο, με τον οποίο ο λειτουργός ευλογεί τους πιστούς στην Εκ­κλησία».

Ο άνθρωπος χωρίς την χάρη του Θεού είναι ικανός μόνο για την αμαρτία. Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς διατυπώνει την αλήθεια αυτή κατηγορηματικά: «Του Θεού μη ενεργούντος εν ημίν, αμαρτία παν το παρ’ ημών γινόμε­νον». Έτσι κατα­νο­είται άλλωστε και η φράση του Κυρίου: «Χω­ρίς εμού ου δύνα­σθε ποιείν ουδέν». Κάθε καλό έργο, κάθε πραγματική αρετή πραγματοποείται από τον άνθρωπο με την χάρη του  Θεού. Γι’ αυτόν όμως τον λόγο οφείλει να ασκείται από τον άνθρωπο  κενωτικά.

Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο εκφρά­ζεται ο Μέγας νηπτικός ιεράρχης και κοινωνικός εργάτης Βασίλει­ος Καισα­ρείας στην αγία Αναφορά της φερώνυμης Λειτουργίας του: «Διά τούτο, Δέσποτα πανάγιε, και ημείς οι αμαρτωλοί και ανά­­ξιοι δούλοί σου, οι καταξιωθέντες λειτουργείν τω αγίω σου θυ­σι­αστηρίω, ου διά τας δικαιοσύνας ημών (ου γαρ επράξαμέν τι αγαθόν επί της γης), αλλά διά τα ελέη σου και τους οικτιρ­μούς σου, ούς εξέχεας πλουσίως εφ’ ημάς, θαρρούντες προσεγ­γι­ζομεν τω αγίω σου θυσιαστηρίω…».

Χωρίς την ταπείνωση οποιοδήποτε κα­λό έργο, οποιαδή­πο­τε αρετή η θεάρεστη πράξη, αλλοτριώνεται και διαβρώνε­ται α­πο το «σκορπιστήριόν» της, την κενοδοξία. Αλλά και η επι­βρα­­βευση των ανθρώπων από τον Θεό δεν γίνεται για τις α­ρετές και για τους κόπους που κάνουν γι’αυτές, αλλά για την ταπείνωση που γεννούν. Αν απουσιάσει η ταπείνωση οι αρετές του ανθρώπου χάνουν κάθε αξία. Η αμοιβή του Θεού στους ερ­γά­τες της αρετής, λέει ο όσιος Ισαάκ, δεν δίδεται για την εργα­σία αλλά για την ταπείνωση.

Η εργασία της αρετής πραγματοποιείται με την τήρηση των θείων εντολών. Οι εντολές του Θεού είναι θείες ενέργειες. Τηρώντας ο πιστός τις θείες εντολές ενεργοποιεί την παρουσία του Θεού μέσα στην ύπαρξή του. Η ενεργοποίηση αυτή είναι γνή­σια και ανόθευτη, όταν δεν αναμιγνύεται με ιδιοτελείς επι­διώξεις του ανθρώπου· όταν ο άνθρωπος προσφέρει με πλήρη αυταπάρνηση τον εαυτό του και τις δυνάμεις του για την πραγ­ματοποίηση του θελήματος του Θεού. Και αυτό κατορθώνεται μόνο με τον φόβο του Θεού, που κατακαίει κάθε κάθε ανθρώπι­νη αυταρέσκεια, και την θεία ταπείνωση, που απενεργοποιεί κά­­θε κενοδοξία.

Η αποφυγή της δόξας και η απόκρυψη κάθε αρετής απο­τελούν σπουδαία μέσα για την καταπολέμηση της κενοδοξίας. Αυτά όμως έχουν αρνητικό χαρακτήρα και αφήνουν ευάλωτο τον άνθρωπο στον βασανιστικό πειρασμό  της κενοδοξίας. Η θετική απόκρουση και αποφυγή της απαιτεί δραστικότερο φάρ­μακο. Και τέτοιο φάρμακο είναι η αναζήτηση και βίωση της ανεπίληπτης δόξας, που πηγάζει από τον πόνο της ανιδιοτελούς και θυσια­στι­κής αγάπης· από τον πόνο του σταυρού.

 

Πηγή: Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Θεολόγος