Άρθρο 11, 10.03.2025

Ο μολυσματικός ιός της κενοδοξίας (1/2)

Κενοδοξία είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να πορισθεί  δόξα για μάταια πράγματα. Υπάρχει και η φιλοδοξία ως επι­δίωξη αποκτήσεως δόξας για μεγάλα και σπουδαία πράγματα με ανθρωποκεντρικό πάντοτε σκοπό και όχι για την δόξα του Θεού. Αν εξετάσει κάποιος τον εαυτό του, λέει ο ιερός Χρυσό­στομος, θα δεί ότι όλα σχεδόν τα κάνει για τους ανθρώπους. Θα είμασταν πολύ ευτυχείς,  αν κάναμε για τον Θεό τόσα, όσα κάνουμε για τους ανθρώπους, δηλαδή για την δόξα, την τιμή και τον φόβο από αυτούς. Από θεολογική λοιπόν άποψη όχι μόνο η κενο­δο­ξία αλλά και η φιλοδοξία αποτελεί πάθος που οδη­γεί σε έριδες και φθόνους, γι’αυτό πρέπει και αυτή να θερα­πεύεται με την τα­πεινοφροσύνη.

Η κενοδοξία ως επιθυμία κενής, δηλαδή μάταιας και ψεύ­τικης δόξας, αποτελεί φοβερό και ύπουλο εχθρό του αν­θρώπου. Αυτή τροφοδοτεί έναν ακατάπαυστο αδιόρατο πόλεμο μέσα του, ει­σα­­γο­ντας  τον μολυσματικό ιό της σε όλες τις διαθέσεις και ε­νέρ­γειες του, ίσως μάλιστα χειρότερο από τον κορο­νοιό, γιατί είναι διεισδυτικότερος και προκαλεί διαχρονική πανδημία. Η κενοδοξία, που εύστοχα χαρακτηρίζεται ως «α­ραχνώδης βδέλλα», χαίρεται κακόβουλα, όπως γράφει ο όσιος Ιω­άννης ο Σιναΐτης, για κάθε ενασχόληση του ανθρώ­που, γιατί μπορεί να εισχωρήσει σε καθεμιά από αυτές.

Κενόδο­ξος είναι κάθε άνθρωπος που θέλει να επι­δει­κνύ­εται. Έτσι ο κε­νό­δοξος, όταν νηστεύει, κενοδοξεί, αλλά και ο­ταν καταλύει την νηστεία για να μη φανεί ότι νηστεύει, πάλι κε­νοδοξεί, συλλογιζόμενος την σύνεση που δείχνει. Όταν φορεί λαμπρά ρού­χα νικιέται από την κενοδοξία, αλλά και όταν φο­ρέσει ταπεινά, πάλι κενοδοξεί, σκεπτόμενος ότι ταπεινο­φρονεί. Όταν μιλάει, νικιέται από την κενοδοξία, αλλά και όταν σιωπά, πά­λι νικιέται. Όπως και αν ρίξεις το τριβόλι της κενοδοξίας, το κε­ντρί του στέκεται όρθιο. Έτσι συμβαίνει πολλές φορές, ενώ  ο άνθρωπος καλλιεργεί τις αρετές, να ασκεί τις κακίες που συμ­πλέκονται αφανώς με αυτές.

Κατά τον ιερό Χρυσόστομο για να αποκτήσει κάποιος την δόξα πρέπει να την αποφεύγει: «Δόξης ουκ έστιν άλλως επι­τυχείν, αλλ’ ή εν τω φεύγειν δόξαν». Για να αποκτηθεί η αλη­θι­νη δόξα, πρέπει να καταφρονηθεί η επίγεια δόξα. Η κενοδο­ξι­α ερημώνει την ψυχή του ανθρώπου από την χάρη του Θεού και χρειάζεται πολλή πείρα και μεγάλος αγώνας, για να νι­κη­θεί το πάθος αυτό. Όταν επιδιώκεται η επίγεια δόξα, ιδί­ως μά­λι­­στα με έργα που έχουν θρησκευτικό χαρακτήρα, ο άν­θρω­πος ζημιώνε­ται πολύ· «βδέλυγμα γαρ της δυνάμεως του Θεού εστίν άν­θρω­πος ο ποιών τα έργα αυτού κατά ανθρωπα­ρέσκειαν».

Η χάρη του Θεού που χαροποιεί, θερμαίνει και  ευφραίνει την ψυχή του ανθρώπου,  δεν παραμένει σε αυτόν που ενερ­γεί με ανθρωπαρέσκεια. Όποιος επιθυμεί να καρπο­φο­­ρήσει πνευ­μα­τικά, πρέπει να αγωνίζεται ακατάπαυστα με φόβο Θεού και αγάπη, για να συντρίβει σε όλα τα έργα του το πνεύμα της κε­νοδοξίας. Αυτό είναι απαραί­τητο, γιατί το πο­νη­ρό αυτό πνεύμα εμφιλοχωρεί σε κάθε πράξη αρετής που επιχειρεί ο άνθρω­πος. Η μέθοδος που εφαρμόζει το πνεύμα της κακίας είναι να βρίσκει τον άνθρωπο «έξω μνήμης και αγάπης και ζητήσεως Θεού» και να τον κάνει να θεωρεί βαριά και δύσκολα τα εν­τάλ­ματα του Θεού η να  εξαπατά τον εαυτό του και να τον παρα­σύρει στην οίηση, θεωρώντας τον μεγάλο και σπου­δαίο γιατί κατόρθωσε να τα τηρήσει.

Στο βιβλίο της Κλίμακος η κενο­δοξία χαρακτηρίζεται με­ταξύ άλλων και ως «απόγονος της απιστίας και πρόδρομος της υπερηφανείας». Στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο ο Χριστός  καυ­­­τηριάζοντας την απιστία των Φαρισαίων και των απι­στούντων Ιουδαίων λέει: «Πως δύνασθε υμείς πιστεύσαι, δόξαν παρά αλ­λήλων λαμβάνοντες, και την δόξαν την παρά του μόνου Θεού ου ζητείτε»; Η ανθρωπαρέσκεια βρίσκεται στην ρίζα της απι­στίας. Όποιος επιθυμεί να δοξάζεται από τους ανθρώπους για τα έργα του, λησμονεί τον Θεό και αδυνατεί να τον πι­στέψει.

Η κενοδοξία ανατρέπει και διασκοπίζει το νόημα της ζω­ής του ανθρώ­που. Τον συνδέει με πρόσκαιρους και ανυπό­στα­τους σκοπούς, και παραμερίζοντας τον κύριο σκοπό του διο­χε­τεύει τις προσπάθειές του από την καταξίωση στην απαξίωση. Ο σκοπός της ζωής του ανθρώ­που βρίσκεται στην τελεί­ωσή του, που πραγματοποιείται κατά το πρότυπο του Χριστού. Όλη η αιώνια δόξα ανήκει στον Θεό. Αυτός είναι ο Κύριος της δό­ξης. Ο άνθρωπος καλεί­ται να κάνει τα πάντα για την δόξα του Θεού. Αυτό έκανε στην τέλεια μορφή του ο Χριστός για λο­­γαριασμό των αν­θρώ­πων, ώστε και οι άνθρωποι να γίνουν κοινωνοί της δικής του δόξας.

Όσοι τοποθετούνται στην προοπτική που διανοί­γει στον άν­θρωπο η εν Χριστώ υιοθεσία, υψώνονται σε ένα καινούργιο υπαρκτικό επίπεδο, αποκτούν μία νέα ταυτό­τητα, η οποία τους διατηρεί ακλόνητους μέσα στην εναλλαγή των ποι­κίλων κατα­στάσεων της καθημερινής ζωής. Παραμένουν εδραίοι «έχον­τες τον σκοπόν της τελειότητος και την ελευθερίαν διά του πνεύ­ματος της υιοθεσίας». Ευρισκόμενοι στην «σαγήνη της χα­­­­­­ρι­τος» μπορούν να αντέχουν τον πόνο, την πείνα και τα άλλα θλι­­­βερά της παρούσας ζωής. «Ο αρραβών και η παρά­κλησις του πνεύ­ματος» συνοδεύουν και στηρίζουν τους πιστούς που θλίβο­νται κατά την πα­ρούσα ζωή, ενώ η τέ­λεια ανάπαυση και ανταπόδοση  θα φανερωθούν στο μέλλο­ν.

Όταν ο άνθρωπος συμπάσχει με τον Χριστό, τότε συν­δο­ξά­­ζε­ται μαζί του. Για να το επιτύχει όμως αυτό, πρέπει να κα­τα­φρο­νη­σει την ανθρώπινη δόξα που τον καθιστά υπο­χείριο της μα­ται­ότητας. Όταν το κατορθώνει αυτό, τότε και ο συν­δο­ξασμός του με τον Χριστό δεν αναμένεται μόνο στο μέλ­λον, αλ­λά αρχίζει να βιώνεται ήδη από το παρόν· από την παρούσα ζωή  αρχίζει να δοξάζεται «το σώμα αυ­τού μετά της ψυχής αυ­τού». Άλλωστε και η δόξα του Χριστού δεν άρχισε μετά από το Πάθος του, αλ­λά μαζί με το Πάθος του· «νυν εδοξάσθη ο Υιός του αν­θρώ­που, και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ».

Όποιος επιθυμεί την δόξα των ανθρώπων, πα­ρα­μένει κα­θη­λωμένος στην αβεβαιότητα της ματαιότητας. Αυτό συμβαί­νει με όσους παραμένουν στην κατάσταση του παλαιού ανθρώ­που. Έτσι υπάρχουν και μοναχοί ακόμα που εγκατέλει­ψαν τον κόσμο και ζούν βιά­ζοντας τον εαυτό τους με νηστεία, αγρυπνία και ακτη­μοσύνη, αλλά ευ­χαριστούνται με την δόξα και τους επαίνους των ανθρώπων, ενώ άλλοι χαίρονται και αναπαύ­ονται με την παρά­κληση που τους πα­ρέχει ο Θε­ός μέσα στην πενία και την κακουχία τους. Στην πρώτη περίπτωση υπεισέρ­χεται το πνεύμα της κενο­δοξίας που εμποδίζει την επίσκεψη της χάριτος του Θεού και καθιστά κοπιαστική και ατελέσφορη την ασκητική ζωή, ενώ στην δεύτερη απουσιάζει το πνεύμα της κενοδοξίας και ενεργεί η παρουσία της χάριτος.

Το όλο πρόβλημα εδώ προκύπτει από το αν και κα­τά πόσο η εν Χριστώ υιοθεσία αντιμετωπίζεται μόνο ως ελπι­ζόμενη δω­ρέ­α, ή βιώνεται και ως δεδομένη εμπειρική πραγματικό­τητα. Με άλλα λόγια εξαρτάται από το αν και κα­τά πόσο αισθάνεται ο Χρι­στι­ανός στην καθη­μερινή του ζωή την παρουσία και την πρόνοια του Θεού, η περιμένει ότι τα πάντα θα συμβούν μετά τον θάνατό του. Στην πρώτη περί­πτωση ο Χριστιανός είναι βέβαιος ότι εποπτεύει ο Θεός την ζωή του, διατηρεί ζωντανή προσωπική κοινωνία μαζί του και αισθάνεται σε κάθε δυσκο­λί­α του τον «εν θλίψει πλα­τυ­σμόν», ενώ στην δεύτερη δεν δια­πνεέεται από την βεβαιό­τητα αυτήν, αλλά ελπίζει ότι τελικά ο Θεός θα τον λυ­τρώσει από το κακό και θα τον ελευθερώσει.

Η γνήσια χριστιανική ζωή, γράφει ο όσιος Σωφρόνιος ο Αγιορείτης, «είναι κατά τη φύση της αφανής, διακριτική, συνε­σταλμένη, μυστική, και εμβαθύνει η ίδια στον εαυτό της». Αυτό το νόημα έχει και η προτροπή του Χριστού για την «εν τω  κρυπτώ» προσευχή προς τον Πατέρα. Αλλά και η διακριτική αυτή συμπεριφορά, που μπορεί κάποτε να γίνει αντιληπτή από άλλους και να εκδηλωθεί ως θαυμασμός προς αυτόν, μπορεί και με την παραμικρή απροσεξία να αποσπάσει τον πιστό από την μυστική σχέση με τον Πατέρα και να τον οδηγήσει στην κε­νοδοξία.

Το ίδιο βέβαια ισχύει και για την καλ­λι­έργεια των άλλων γνησίων χριστιανικών αρετών, που υποπί­πτουν ευκολότερα στην αντίληψη των άλλων και προκαλούν κοσμικούς επαίνους για την άσκη­ση τους, όπως είναι η ελεημοσύνη, η φιλοξενία, η αλλη­λεγ­γύη και άλλες. Όταν λοιπόν οι έπαινοι για τις αρετές αυτές γι­νονται ευχαρί­στως αποδεκτοί από τον επαινούμενο και εξα­κο­λουθούν να ασκούνται, χωρίς εσωτερική αυτεπίγνωση και ταπεί­νωση, οδηγούν στην κενοδοξία και την υποκρισία.

Στην επί του όρους ομιλία γίνονται ιδιαίτερες συστάσεις για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ασκούν οι Χριστιανοί τις αρετές, για να μην αλλοτριώνονται και μεταλλάσσονται τελικά σε ελαττώματα και κακίες. Έτσι εφιστάται η προσοχή για τον τρόπο ασκήσεως της ελεημοσύνης, της προσευχής και της νηστείας, ώστε αυτές, όπως και όλες γενικώς οι αρετές, να μην ασκούνται με διάθεση ανθρωπαρέσκειας, για να δια­τηρούν την πραγματική τους αξία. Το πάθος της  ανθρωπα­ρέσκειας η της κενοδοξίας, στην οποία εύκολα διολι­σθαίνει ο άνθρωπος νο­θεύει τα αγαθά κίνητρά του.

Πηγή: Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Θεολόγος