Ο μολυσματικός ιός της κενοδοξίας (2/2)
Στην επί του όρους ομιλία γίνονται ιδιαίτερες συστάσεις για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ασκούν οι Χριστιανοί τις αρετές, για να μην αλλοτριώνονται και μεταλλάσσονται τελικά σε ελαττώματα και κακίες. Έτσι εφιστάται η προσοχή για τον τρόπο ασκήσεως της ελεημοσύνης, της προσευχής και της νηστείας, ώστε αυτές, όπως και όλες γενικώς οι αρετές, να μην ασκούνται με διάθεση ανθρωπαρέσκειας, για να διατηρούν την πραγματική τους αξία. Το πάθος της ανθρωπαρέσκειας η της κενοδοξίας, στην οποία εύκολα διολισθαίνει ο άνθρωπος νοθεύει τα αγαθά κίνητρά του.
Η κακία διαθέτει πολλά οχυρώματα. Όταν καταρρέουν τα πρώτα παραμένουν τα άλλα, ώστε ο αγωνιστής να μην παραμένει ποτέ ασφαλής. Πρώτα οχυρώματά της είναι η σαρκική επιθυμία και η φιλαργυρία. Αυτά δεν περιορίζονται στις εξωτερικές καταστάσεις και τις σχέσεις των ανθρώπων με τα πράγματα, αλλά συνδέονται με το φρόνημά του. Μπορεί κάποιος να είναι φτωχός, αλλά να επιθυμεί τον πλούτο, οπότε η αλλαγή μιας εξωτερικής καταστάσεως είναι ικανή να τον ανατρέψει. Αν όμως απαρνηθεί το κοσμικό φρόνημά του και προσφερθεί αυτοπροαίρετα στον Θεό, τότε εκείνος θα ξεριζώσει τα πάθη και τους λογισμούς της κακίας από μέσα του, θα τον καθαρίσει και θα καρποφορήσει πνευματικά. Ο Θεός χρειάζεται μόνο την προαίρεση του ανθρώπου, προκειμένου να τον ελεήσει και να τον φωτίσει.
Έργο του Χριστιανού είναι να έχει τον νου του προσηλωμεένο στον Θεό και να καλλιεργεί την αρετή τηρώντας τις εντολές. Αντιθέτως όλος ο αγώνας του πονηρού είναι να αποσπάσει τον νου του ανθρώπου από την μνήμη του Θεού και να προωθήσει την κακία με την λήθη του Θεού και την καταφρόνηση των εντολών του. Ο αγώνας όμως του πονηρού δεν περιορίζεται ως εδώ, αλλά επεκτείνετει με την φαλκίδευση της αρετής που κατορθώνει ο άνθρωπος με κόπους και προσπάθειες. Και η φαλκίδευση αυτή πραγματοποιείται με την κενοδοξία, που ενεργεί ως «σκορπιστήριο των κόπων, απώλεια των ιδρώτων και επίβουλος των θησαυρών».
Η κενοδοξία ως «αραχνώδης βδέλλα» εισδύει αδιόρατα στον έσω άνθρωπο επηρεάζει τον νού του, και μολύνει ακόμα και τις ευγενέστερες πράξεις και διαθέσεις του. Στην καρδιά του ανθρώπου κρύβεται ο αληθινός θάνατος, και αν αυτός δεν νικηθεί, η κενοδοξία εξακολουθεί να πραγματοποιεί το μολυσματικό έργο της. Όσο ο νους του ανθρώπου παραμένει «αιχμάλωτος και δούλος της αμαρτίας», κάθε καλή πράξη του μολύνεται από την κενοδοξία. Και όσοι προσέρχονται στον Θεό με παρρησία και εμπιστοσύνη στα έργα τους δεν τον ευαρεστούν, αλλά τον εξοργίζουν.
Για να ματαιωθεί το έργο της κενοδοξίας, πρέπει να καθαρθεί ο νους και η καρδιά του ανθρώπου, και να δοθεί ολόκληρος ο άνθρωπος στον Θεό. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος πρέπει να αγιασθεί. Ο αγιασμός όμως αυτός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί από τον ίδιο, αλλά από τον μόνο άγιο, τον Θεό. Πραγματοποιείται από τον Θεό, που από ανερμήνευτη φιλανθρωπία έγινε άνθρωπος, ανέλαβε την εκπεσμένη ανθρώπινη φύση και την αγίασε αγιάζοντας τον εαυτό του για χάρη των ανθρώπων.
Ο Χριστός αγίασε ως άνθρωπος τον εαυτό του προσφέροντάς τον μέχρι θανάτου στον Θεό Πατέρα. Ανύψωσε με τον θάνατο και την ανάστασή του την κτιστή ανθρώπινη φύση, ελεύθερη από την αμαρτία, στην άκτιστη Βασιλεία του Θεού. Έτσι υπέδειξε και στον άνθρωπο την οδό που οδηγεί στο άγιο Αρχέτυπό του, τον Τριαδικό Θεό. Η αγιότητα του άκτιστου Θεού παρέχεται στον κτιστό και αμαρτωλό άνθρωπο ως δωρέα του σταυρού. «Στον σταυρό, όπως και στο ποτήριο του Κυρίου», γράφει ο όσιος Σωφρόνιος, «το κτιστό είναι μου συνδέεται με το ακτιστο Θείο Είναι. Προς ένδειξη αυτού ασπαζόμαστε τον σταυρο, με τον οποίο ο λειτουργός ευλογεί τους πιστούς στην Εκκλησία».
Ο άνθρωπος χωρίς την χάρη του Θεού είναι ικανός μόνο για την αμαρτία. Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς διατυπώνει την αλήθεια αυτή κατηγορηματικά: «Του Θεού μη ενεργούντος εν ημίν, αμαρτία παν το παρ’ ημών γινόμενον». Έτσι κατανοείται άλλωστε και η φράση του Κυρίου: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Κάθε καλό έργο, κάθε πραγματική αρετή πραγματοποείται από τον άνθρωπο με την χάρη του Θεού. Γι’ αυτόν όμως τον λόγο οφείλει να ασκείται από τον άνθρωπο κενωτικά.
Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται ο Μέγας νηπτικός ιεράρχης και κοινωνικός εργάτης Βασίλειος Καισαρείας στην αγία Αναφορά της φερώνυμης Λειτουργίας του: «Διά τούτο, Δέσποτα πανάγιε, και ημείς οι αμαρτωλοί και ανάξιοι δούλοί σου, οι καταξιωθέντες λειτουργείν τω αγίω σου θυσιαστηρίω, ου διά τας δικαιοσύνας ημών (ου γαρ επράξαμέν τι αγαθόν επί της γης), αλλά διά τα ελέη σου και τους οικτιρμούς σου, ούς εξέχεας πλουσίως εφ’ ημάς, θαρρούντες προσεγγιζομεν τω αγίω σου θυσιαστηρίω…».
Χωρίς την ταπείνωση οποιοδήποτε καλό έργο, οποιαδήποτε αρετή η θεάρεστη πράξη, αλλοτριώνεται και διαβρώνεται απο το «σκορπιστήριόν» της, την κενοδοξία. Αλλά και η επιβραβευση των ανθρώπων από τον Θεό δεν γίνεται για τις αρετές και για τους κόπους που κάνουν γι’αυτές, αλλά για την ταπείνωση που γεννούν. Αν απουσιάσει η ταπείνωση οι αρετές του ανθρώπου χάνουν κάθε αξία. Η αμοιβή του Θεού στους εργάτες της αρετής, λέει ο όσιος Ισαάκ, δεν δίδεται για την εργασία αλλά για την ταπείνωση.
Η εργασία της αρετής πραγματοποιείται με την τήρηση των θείων εντολών. Οι εντολές του Θεού είναι θείες ενέργειες. Τηρώντας ο πιστός τις θείες εντολές ενεργοποιεί την παρουσία του Θεού μέσα στην ύπαρξή του. Η ενεργοποίηση αυτή είναι γνήσια και ανόθευτη, όταν δεν αναμιγνύεται με ιδιοτελείς επιδιώξεις του ανθρώπου· όταν ο άνθρωπος προσφέρει με πλήρη αυταπάρνηση τον εαυτό του και τις δυνάμεις του για την πραγματοποίηση του θελήματος του Θεού. Και αυτό κατορθώνεται μόνο με τον φόβο του Θεού, που κατακαίει κάθε κάθε ανθρώπινη αυταρέσκεια, και την θεία ταπείνωση, που απενεργοποιεί κάθε κενοδοξία.
Η αποφυγή της δόξας και η απόκρυψη κάθε αρετής αποτελούν σπουδαία μέσα για την καταπολέμηση της κενοδοξίας. Αυτά όμως έχουν αρνητικό χαρακτήρα και αφήνουν ευάλωτο τον άνθρωπο στον βασανιστικό πειρασμό της κενοδοξίας. Η θετική απόκρουση και αποφυγή της απαιτεί δραστικότερο φάρμακο. Και τέτοιο φάρμακο είναι η αναζήτηση και βίωση της ανεπίληπτης δόξας, που πηγάζει από τον πόνο της ανιδιοτελούς και θυσιαστικής αγάπης· από τον πόνο του σταυρού.
Πηγή: Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Θεολόγος
