Ο μολυσματικός ιός της κενοδοξίας (1/2)
Κενοδοξία είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να πορισθεί δόξα για μάταια πράγματα. Υπάρχει και η φιλοδοξία ως επιδίωξη αποκτήσεως δόξας για μεγάλα και σπουδαία πράγματα με ανθρωποκεντρικό πάντοτε σκοπό και όχι για την δόξα του Θεού. Αν εξετάσει κάποιος τον εαυτό του, λέει ο ιερός Χρυσόστομος, θα δεί ότι όλα σχεδόν τα κάνει για τους ανθρώπους. Θα είμασταν πολύ ευτυχείς, αν κάναμε για τον Θεό τόσα, όσα κάνουμε για τους ανθρώπους, δηλαδή για την δόξα, την τιμή και τον φόβο από αυτούς. Από θεολογική λοιπόν άποψη όχι μόνο η κενοδοξία αλλά και η φιλοδοξία αποτελεί πάθος που οδηγεί σε έριδες και φθόνους, γι’αυτό πρέπει και αυτή να θεραπεύεται με την ταπεινοφροσύνη.
Η κενοδοξία ως επιθυμία κενής, δηλαδή μάταιας και ψεύτικης δόξας, αποτελεί φοβερό και ύπουλο εχθρό του ανθρώπου. Αυτή τροφοδοτεί έναν ακατάπαυστο αδιόρατο πόλεμο μέσα του, εισαγοντας τον μολυσματικό ιό της σε όλες τις διαθέσεις και ενέργειες του, ίσως μάλιστα χειρότερο από τον κορονοιό, γιατί είναι διεισδυτικότερος και προκαλεί διαχρονική πανδημία. Η κενοδοξία, που εύστοχα χαρακτηρίζεται ως «αραχνώδης βδέλλα», χαίρεται κακόβουλα, όπως γράφει ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, για κάθε ενασχόληση του ανθρώπου, γιατί μπορεί να εισχωρήσει σε καθεμιά από αυτές.
Κενόδοξος είναι κάθε άνθρωπος που θέλει να επιδεικνύεται. Έτσι ο κενόδοξος, όταν νηστεύει, κενοδοξεί, αλλά και οταν καταλύει την νηστεία για να μη φανεί ότι νηστεύει, πάλι κενοδοξεί, συλλογιζόμενος την σύνεση που δείχνει. Όταν φορεί λαμπρά ρούχα νικιέται από την κενοδοξία, αλλά και όταν φορέσει ταπεινά, πάλι κενοδοξεί, σκεπτόμενος ότι ταπεινοφρονεί. Όταν μιλάει, νικιέται από την κενοδοξία, αλλά και όταν σιωπά, πάλι νικιέται. Όπως και αν ρίξεις το τριβόλι της κενοδοξίας, το κεντρί του στέκεται όρθιο. Έτσι συμβαίνει πολλές φορές, ενώ ο άνθρωπος καλλιεργεί τις αρετές, να ασκεί τις κακίες που συμπλέκονται αφανώς με αυτές.
Κατά τον ιερό Χρυσόστομο για να αποκτήσει κάποιος την δόξα πρέπει να την αποφεύγει: «Δόξης ουκ έστιν άλλως επιτυχείν, αλλ’ ή εν τω φεύγειν δόξαν». Για να αποκτηθεί η αληθινη δόξα, πρέπει να καταφρονηθεί η επίγεια δόξα. Η κενοδοξια ερημώνει την ψυχή του ανθρώπου από την χάρη του Θεού και χρειάζεται πολλή πείρα και μεγάλος αγώνας, για να νικηθεί το πάθος αυτό. Όταν επιδιώκεται η επίγεια δόξα, ιδίως μάλιστα με έργα που έχουν θρησκευτικό χαρακτήρα, ο άνθρωπος ζημιώνεται πολύ· «βδέλυγμα γαρ της δυνάμεως του Θεού εστίν άνθρωπος ο ποιών τα έργα αυτού κατά ανθρωπαρέσκειαν».
Η χάρη του Θεού που χαροποιεί, θερμαίνει και ευφραίνει την ψυχή του ανθρώπου, δεν παραμένει σε αυτόν που ενεργεί με ανθρωπαρέσκεια. Όποιος επιθυμεί να καρποφορήσει πνευματικά, πρέπει να αγωνίζεται ακατάπαυστα με φόβο Θεού και αγάπη, για να συντρίβει σε όλα τα έργα του το πνεύμα της κενοδοξίας. Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί το πονηρό αυτό πνεύμα εμφιλοχωρεί σε κάθε πράξη αρετής που επιχειρεί ο άνθρωπος. Η μέθοδος που εφαρμόζει το πνεύμα της κακίας είναι να βρίσκει τον άνθρωπο «έξω μνήμης και αγάπης και ζητήσεως Θεού» και να τον κάνει να θεωρεί βαριά και δύσκολα τα εντάλματα του Θεού η να εξαπατά τον εαυτό του και να τον παρασύρει στην οίηση, θεωρώντας τον μεγάλο και σπουδαίο γιατί κατόρθωσε να τα τηρήσει.
Στο βιβλίο της Κλίμακος η κενοδοξία χαρακτηρίζεται μεταξύ άλλων και ως «απόγονος της απιστίας και πρόδρομος της υπερηφανείας». Στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο ο Χριστός καυτηριάζοντας την απιστία των Φαρισαίων και των απιστούντων Ιουδαίων λέει: «Πως δύνασθε υμείς πιστεύσαι, δόξαν παρά αλλήλων λαμβάνοντες, και την δόξαν την παρά του μόνου Θεού ου ζητείτε»; Η ανθρωπαρέσκεια βρίσκεται στην ρίζα της απιστίας. Όποιος επιθυμεί να δοξάζεται από τους ανθρώπους για τα έργα του, λησμονεί τον Θεό και αδυνατεί να τον πιστέψει.
Η κενοδοξία ανατρέπει και διασκοπίζει το νόημα της ζωής του ανθρώπου. Τον συνδέει με πρόσκαιρους και ανυπόστατους σκοπούς, και παραμερίζοντας τον κύριο σκοπό του διοχετεύει τις προσπάθειές του από την καταξίωση στην απαξίωση. Ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου βρίσκεται στην τελείωσή του, που πραγματοποιείται κατά το πρότυπο του Χριστού. Όλη η αιώνια δόξα ανήκει στον Θεό. Αυτός είναι ο Κύριος της δόξης. Ο άνθρωπος καλείται να κάνει τα πάντα για την δόξα του Θεού. Αυτό έκανε στην τέλεια μορφή του ο Χριστός για λογαριασμό των ανθρώπων, ώστε και οι άνθρωποι να γίνουν κοινωνοί της δικής του δόξας.
Όσοι τοποθετούνται στην προοπτική που διανοίγει στον άνθρωπο η εν Χριστώ υιοθεσία, υψώνονται σε ένα καινούργιο υπαρκτικό επίπεδο, αποκτούν μία νέα ταυτότητα, η οποία τους διατηρεί ακλόνητους μέσα στην εναλλαγή των ποικίλων καταστάσεων της καθημερινής ζωής. Παραμένουν εδραίοι «έχοντες τον σκοπόν της τελειότητος και την ελευθερίαν διά του πνεύματος της υιοθεσίας». Ευρισκόμενοι στην «σαγήνη της χαριτος» μπορούν να αντέχουν τον πόνο, την πείνα και τα άλλα θλιβερά της παρούσας ζωής. «Ο αρραβών και η παράκλησις του πνεύματος» συνοδεύουν και στηρίζουν τους πιστούς που θλίβονται κατά την παρούσα ζωή, ενώ η τέλεια ανάπαυση και ανταπόδοση θα φανερωθούν στο μέλλον.
Όταν ο άνθρωπος συμπάσχει με τον Χριστό, τότε συνδοξάζεται μαζί του. Για να το επιτύχει όμως αυτό, πρέπει να καταφρονησει την ανθρώπινη δόξα που τον καθιστά υποχείριο της ματαιότητας. Όταν το κατορθώνει αυτό, τότε και ο συνδοξασμός του με τον Χριστό δεν αναμένεται μόνο στο μέλλον, αλλά αρχίζει να βιώνεται ήδη από το παρόν· από την παρούσα ζωή αρχίζει να δοξάζεται «το σώμα αυτού μετά της ψυχής αυτού». Άλλωστε και η δόξα του Χριστού δεν άρχισε μετά από το Πάθος του, αλλά μαζί με το Πάθος του· «νυν εδοξάσθη ο Υιός του ανθρώπου, και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ».
Όποιος επιθυμεί την δόξα των ανθρώπων, παραμένει καθηλωμένος στην αβεβαιότητα της ματαιότητας. Αυτό συμβαίνει με όσους παραμένουν στην κατάσταση του παλαιού ανθρώπου. Έτσι υπάρχουν και μοναχοί ακόμα που εγκατέλειψαν τον κόσμο και ζούν βιάζοντας τον εαυτό τους με νηστεία, αγρυπνία και ακτημοσύνη, αλλά ευχαριστούνται με την δόξα και τους επαίνους των ανθρώπων, ενώ άλλοι χαίρονται και αναπαύονται με την παράκληση που τους παρέχει ο Θεός μέσα στην πενία και την κακουχία τους. Στην πρώτη περίπτωση υπεισέρχεται το πνεύμα της κενοδοξίας που εμποδίζει την επίσκεψη της χάριτος του Θεού και καθιστά κοπιαστική και ατελέσφορη την ασκητική ζωή, ενώ στην δεύτερη απουσιάζει το πνεύμα της κενοδοξίας και ενεργεί η παρουσία της χάριτος.
Το όλο πρόβλημα εδώ προκύπτει από το αν και κατά πόσο η εν Χριστώ υιοθεσία αντιμετωπίζεται μόνο ως ελπιζόμενη δωρέα, ή βιώνεται και ως δεδομένη εμπειρική πραγματικότητα. Με άλλα λόγια εξαρτάται από το αν και κατά πόσο αισθάνεται ο Χριστιανός στην καθημερινή του ζωή την παρουσία και την πρόνοια του Θεού, η περιμένει ότι τα πάντα θα συμβούν μετά τον θάνατό του. Στην πρώτη περίπτωση ο Χριστιανός είναι βέβαιος ότι εποπτεύει ο Θεός την ζωή του, διατηρεί ζωντανή προσωπική κοινωνία μαζί του και αισθάνεται σε κάθε δυσκολία του τον «εν θλίψει πλατυσμόν», ενώ στην δεύτερη δεν διαπνεέεται από την βεβαιότητα αυτήν, αλλά ελπίζει ότι τελικά ο Θεός θα τον λυτρώσει από το κακό και θα τον ελευθερώσει.
Η γνήσια χριστιανική ζωή, γράφει ο όσιος Σωφρόνιος ο Αγιορείτης, «είναι κατά τη φύση της αφανής, διακριτική, συνεσταλμένη, μυστική, και εμβαθύνει η ίδια στον εαυτό της». Αυτό το νόημα έχει και η προτροπή του Χριστού για την «εν τω κρυπτώ» προσευχή προς τον Πατέρα. Αλλά και η διακριτική αυτή συμπεριφορά, που μπορεί κάποτε να γίνει αντιληπτή από άλλους και να εκδηλωθεί ως θαυμασμός προς αυτόν, μπορεί και με την παραμικρή απροσεξία να αποσπάσει τον πιστό από την μυστική σχέση με τον Πατέρα και να τον οδηγήσει στην κενοδοξία.
Το ίδιο βέβαια ισχύει και για την καλλιέργεια των άλλων γνησίων χριστιανικών αρετών, που υποπίπτουν ευκολότερα στην αντίληψη των άλλων και προκαλούν κοσμικούς επαίνους για την άσκηση τους, όπως είναι η ελεημοσύνη, η φιλοξενία, η αλληλεγγύη και άλλες. Όταν λοιπόν οι έπαινοι για τις αρετές αυτές γινονται ευχαρίστως αποδεκτοί από τον επαινούμενο και εξακολουθούν να ασκούνται, χωρίς εσωτερική αυτεπίγνωση και ταπείνωση, οδηγούν στην κενοδοξία και την υποκρισία.
Στην επί του όρους ομιλία γίνονται ιδιαίτερες συστάσεις για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ασκούν οι Χριστιανοί τις αρετές, για να μην αλλοτριώνονται και μεταλλάσσονται τελικά σε ελαττώματα και κακίες. Έτσι εφιστάται η προσοχή για τον τρόπο ασκήσεως της ελεημοσύνης, της προσευχής και της νηστείας, ώστε αυτές, όπως και όλες γενικώς οι αρετές, να μην ασκούνται με διάθεση ανθρωπαρέσκειας, για να διατηρούν την πραγματική τους αξία. Το πάθος της ανθρωπαρέσκειας η της κενοδοξίας, στην οποία εύκολα διολισθαίνει ο άνθρωπος νοθεύει τα αγαθά κίνητρά του.
Πηγή: Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Θεολόγος
