Μετάνοια
Ζῶ μαζί μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία ἤ ζῶ χωρίς τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Βαφτίζομαι ἀποφασίζοντας νά ζῆσω μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Αὐτό δέ σημαίνει ὅτι μαγικά μέ ἀκούμπησε ἡ Κίρκη καί ἄλλαξαν τά πάντα μέσα μου. Ἡ ἀπόφαση νά γίνω χριστιανός δέν μέ ἔφτασε στό τέλος τῆς πορείας. Ἡ ἀρχή τῆς πορείας δέν εἶναι κατάληξη τῆς πορείας. Τό βάπτισμα δέν εἶναι ἁγιότητα διά μιᾶς. Αὐτό πάρα πολλές φορές συγχέουν οἱ ἄνθρωποι, ἐπειδή τούς δώσαμε καί μεῖς τέτοιες αὐταπάτες, καί λένε: καί πᾶς καί στήν Ἐκκλησία! Αὐτό δέν λέει τίποτα. Δείχνει ἁπλῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός δέν δούλεψε ποτέ μέ τόν ἑαυτό του, δέν κατάλαβε πόσο δύσκολο εἶναι νά μαζέψει κανείς τόν ἑαυτό του καί νά τόν βάλει στόν τρόπο ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας, καί γι᾿ αὐτό λέει εὔκολες κουβέντες. Ἀλλά τό πρόβλημα δέν εἶναι ἐκεῖ. Τό πρόβλημα εἶναι μέ μᾶς.
Μετάνοια σημαίνει ὅτι κατάλαβα ὅτι ἔφυγα ἀπό τήν ζωή καί τώρα εἶμαι στόν θάνατο. Καί τί πρέπει νά κάνω; Νά ἐπιστρέψω «ὅθεν ἐξήλθον» πού λέει, νά ξαναγυρίσω ἐκεῖ ἀπό ὅπου ἔφυγα. Τί εἶναι αὐτό; Νά γυρίσω ξανά στό σπίτι τοῦ πατέρα μου. Ποιος εἶναι ὁ πατέρας μου; Ὁ Χριστός. Θυμηθείτε τήν παραβολή τοῦ ἀσώτου. Εἶναι τό 15ο κεφάλαιο τοῦ Κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου. Διαβάστε το πολλές φορές. Ἔχει κι ἄλλα δύο παραδείγματα ἐκεῖ. Τήν παραβολή μέ τό πρόβατο πού χάθηκε στά βουνά καί τήν παραβολή μέ τή δραχμή πού εἶχε μιά κυρία καί τήν ἔχασε κλπ, καί τό τρίτο κομμάτι εἶναι ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου. Ἡ παραβολή περιγράφει ἀκριβῶς αὐτό τό σωστό τρόπο μετανοίας. Δηλαδή ἐπιστροφῆς στό σπίτι τοῦ πατέρα μου. Ἄμα κανεῖς δέν τό κατανοήσει αὐτό ἀπό κεῖ καί μετά θά μείνει ἡ μετάνοια ἀκριβῶς ἕνα νοσηρό μετάνοιωμα καί δέν θ᾿ ἀλλάξει τίποτα. Θά συχτιρίσουμε τόν ἑαυτό μας πολλές φορές καί θά μείνουμε ἐκεῖ πού εἴμαστε. Ἐνῶ ἡ μετάνοια σημαίνει ἐπιστρέφω ἐκεῖ ἀπ᾿ ὅπου ἔφυγα. Ἐπιστρέφω ξανά στό σπίτι τοῦ πατέρα μου, ἀναγνωρίζω τόν πατέρα μου ὡς ζωή καί ἐπιστρέφω σ᾿ Αὐτόν, γιατί μένοντας μακρυά του πεθαίνω. Καί εἶπα πιό πρίν ὑπάρχουν δύο πρόσωπα στήν ἱστορία τοῦ Χριστοῦ πού προσδιορίζουν τήν κατάσταση.
Τόν ἕνα πρόσωπο εἶναι ὁ Ἰούδας καί τό ἄλλο πρόσωπο εἶναι ὁ Πέτρος. Φαντάζεστε ὅτι ὁ Ἰούδας ἦταν ἕνας ἀναίσθητος καί ἀσυνείδητος ὁ ὁποίος ἐν ψυχρῷ πῆγε καί Τόν πρόδωσε. Γιατί αὐτοκτόνησε; Ἀναίσθητοι ἄνθρωποι δέν αὐτοκτονοῦν. Ἄν θέλετε εὐαίσθητοι αὐτοκτονοῦν. Ἀλλά ἡ εὐαισθησία δέν σημαίνει ἀπαραιτήτως προσόν. Οὔτε εἶναι ποιότητα. Μπορεῖ νά εἶναι ἕνας ἐγωισμός ἐκλεπτυσμένος. Αὐτός, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος μπαίνοντας σ᾿ αὐτήν τήν λογική τοῦ μετανοιώματος συχτήρισε τόν ἑαυτό του καί εἶπε: «Ἔλεος, ρέ, σύ. Τί ἔκανα; Γιά 30 δεκάρες πούλησα Αὐτόν μέ τόν ὁποῖο ἔφαγα ψωμί κι ἀλάτι γιά τρία χρόνια. Γιατί; Μέ ξεχώρισε ἀπό τούς ἄλλους; Μοῦ συμπεριφέρθηκε σκάρτα; Καί γῶ πῆγα καί τόν πούλησα γιά 30 δεκάρες;» Καί πνιγμένος μεσά στίς ἐγωιστικές του τύψεις, στίς ἐνοχές πού γέννησε στήν ψυχή του αὐτή ἡ πράξη, ὁδηγήθηκε σέ ἕνα ἀδιέξοδο καί τό ἀδιέξοδο τόν ἔφερε στήν τραγωδία τῆς αὐτοκτονίας.
Ὁ Πέτρος εἶχε κάνει ἴσως χειρότερα πράγματα ἀπό τόν Ἰούδα. Ὁ Ἰούδας εἶχε κι ἕνα πάθος ὁ ἔρημος καί προσπαθώντας νά τό ἰκανοποιήση βρέθηκε σ᾿ αὐτή τή τραγωδία. Ὁ Πέτρος ὀρκιζόταν μπροστά στά κοριτσόπουλα, γέρος ἄνθρωπος, 50 χρόνων, ὅτι, μά τόν Θεό, δέν τόν ξέρω. Ἦταν αδιανόητο πρᾶγμα γιά Ἑβραῖο νά ὁρκιστεῖ. Θυμηθεῖτε τήν ἐντολή πού ἔλεγε «οὐ λήψει τό ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπί ματαίῳ». Καί τώρα μπροστά σέ ἕνα κοριτσόπουλο, μιά δούλη μικρή, πού τοῦ λέει «Α! καί σύ ἀπ᾿ αὐτούς παρέα τους εἶσαι. Σέ καταλαβαίνω καί ἀπό τήν ὁμιλία σου Γαλιλαίος εἶσαι», αὐτός νά ὁρκίζεται, νά καταναθεματίζει καί νά ὁμνύει, ὅτι δέν Τόν ξέρω. Μετά ἀπό τό γεγονός κι ἐκεῖνος βρέθηκε στήν ἴδια κατάσταση ἐνοχῶν. Ὅμως οἱ ἐνοχές του δέν μπῆκαν στό ἀδιέξοδο τῶν τύψεων τῶν προσωπικῶν. Κατάλαβε ὅτι ἔκανα τό λάθος τῆς ζωῆς μου. Ὅμως ἄν μείνω ἐδῶ τά πράγματα θά πᾶνε πολύ στραβά καί πρέπει νά ἐπιστρέψω στό σπίτι τοῦ πατέρα μου. Ὁ ἕνας εἶχε τύψεις καί μετανοιώματα, ὁ ἄλλος εἶχε μετάνοια σωστή καί ἐπιστροφή. Γιατί μετάνοια ἀκριβῶς αὐτό σημαίνει: τήν ἐπιστροφή στό σπίτι τοῦ πατέρα μου, ἐκεῖ ἀπ᾿ ὅπου ἔφυγα.
Ἄν αὐτό δέν τό καταλάβουμε, δέν θά μπορέσουμε νά περπατήσουμε μέσα μας τήν μετάνοια. Εἶναι μοιραίο ὅτι στήν ἀρχή, ὅταν κανείς κάνει ἕνα λάθος, θά γεννηθεῖ μέσα στήν ψυχή του ἐνοχικό βίωμα, ἐνοχικό αἰσθημα. Θά καταλάβει ὅτι εἶναι ἔνοχος. Ὅταν αὐτό ὅμως δέν καλλιεργηθεῖ οὔτως ὥστε ἀπό ἐνοχή, ἐγωιστική ἄν θέλετε μερικές φορές, ἀπό ἕνα στείρο μετάνοιωμα πού δέν γεννάει τίποτα δέν μεταφερθεῖ στό νά γίνει μιά μετάνοια, πού σημαίνει νά καταλάβω ὅτι αὐτό πού ἔκανα ἦταν θάνατος καί λάθος καί κάτι πού ἐμένα, ὄχι τόν Θεό, ζημιώνει. Ἀπό τήν ἁμαρτία μου δέν ζημιώνεται κανείς ἄλλος παρά μόνον ἐγώ, τότε κινδυνεύει γι᾿ ὅλα τά ἐνδεχόμενα.
Πάρα πολλές φορές ἐμεῖς μέσα στό μυαλό μας πιστεύουμε ὅτι ἡ θρησκευτική ζωή ἀφορά τόν Θεό καί ἡ ἁμαρτία πάλι ἀφορᾶ τόν Θεό. Εἶναι λάθος αὐτό. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεραπευτήριο καί ἡ ἀρρώστια εἶναι δική μας καί μπήκαμε ἐκεῖ γιά νά θεραπευτοῦμε. Ὁ Γιατρός εἶναι ὑγιής, δέν τοῦ κάναμε χάρη πού μπήκαμε στό νοσοκομεῖο. Οἱ ἐντολές Του εἶναι τά φάρμακά μας. Οὔτε ὅταν πάρουμε τά φάρμακά μας τό κάνουμε γιά κείνον γιά νά εἶναι ἰκανοποιημένος. Ὁ Χριστός ἐρχόμενος στόν κόσμο φανέρωσε τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας γιά νά θεραπευτοῦμε ἐμεῖς. Ἐμεῖς πολλές φορές φανταζόμαστε ὅτι κάνουμε εἴτε τήν νηστεία μας, εἴτε τόν κόπο μας, εἴτε τήν προσευχή μας ἤ ὁ,τιδήποτε ἄλλο γιά Κεῖνον. Καί μερικές φορές ὅτι μᾶς γυρεύει Ἐκείνος γιά δικό Του λογαριασμό καί ἀπαίτηση πράγματα. Ἐνῶ δέν εἶναι ἔτσι. Αὐτό εἶναι θεμελιακό λάθος.Δέν γυρεύει ὁ Γιατρός ἀπό μένα, ἀπό σᾶς, ἀπό ὁποιονδήποτε ἄρρωστο νά τηρήσει ἕνα τρόπο ἀγωγῆς θεραπευτικῆς ἐξαιτίας δικῆς του ἰδιοτροπίας, ἀλλά γιά νά θεραπευτεῖ ὁ ἄρρωστος.
Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί μές στήν Ἐκκλησία. Ἄμα αὐτά δέν ταξινομηθοῦν σωστά ὅπως εἶπα πιό πρίν δέν θά περάσουμε ποτέ ἀπό τήν ἐνοχή στήν μετάνοια καί ἀπό τήν μετάνοια στό νά ἐπιστρέψουμε στό σπίτι τοῦ πατέρα μας. Νά καταλάβουμε ὅτι αὐτός ὁ τρόπος ζωῆς, ἡ ἁμαρτία, μᾶς ἀποκόπτει ἀπό τόν Ζωή. Ἡ θρησκευτική ζωή δέν εἶναι σκέψεις. Ἄλλοτε καλές, ἄλλοτε λιγότερο καλές, ἄλλοτε ἐνοχικές, ἄλλοτε μετανοιώματα, ἤ εἶναι συναισθήματα! Πάω σέ μία Προηγιασμένη πού εἶναι μισοσκότεινα, εἶναι πολύ ὄμορφα, ξεκουράζεται κανείς. Πάω σέ ἕνα ἑσπερινό εἶναι ἥσυχα καί κατανυκτικά, γαληνεύω. Μέ αὐτά θά μποῦμε σέ μία λογική ἀνακουφιστική, ἄν τά δέχτοῦμε, πού μπορεῖ νά εἶναι χρήσιμη μερικές φορές, ἀλλά δέν εἶναι ἀπολύτως ὑγιῆς. Πολλές φορές οἱ ἄνθρωποι πηγαίνουν νά ἐξομολογηθοῦν ὑπό τό βάρος τῶν ἐνοχῶν τους κι ὅταν ποῦνε αὐτό πού ἔχουν λένε ἄχ! Ἀνακουφίστηκα. Ἤ προτρέποντας κάποιον νά πάει νά ἐξομολογηθεῖ τοῦ λένε: Πήγαινε νά ἐξομολογηθεῖς, μετά θά αἰσθανθεῖς νά πετᾶς. Θά αἰσθάνεσαι πάρα πολύ ἄνετα. Μπορεῖ κι αὐτά νά συμβαίνουν πολλές φορές, ἀλλά ξέρετε καί σέ ψυχολόγο νά πηγαίνατε πάλι θά «πετάγατε» καί πάλι θά αἰσθανόσασταν ἀνακούφιση. Τό θέμα ὅμως τῆς μετανοίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς, δέν εἶναι ἔνας ψυχολογισμός τό πῶς αἰσθάνθηκα. Γιατί ἡ θρησκευτική ζωή δέν εἶναι συναισθήματα. Εἶναι ρεαλιστική ζωή. Εἶναι καθημερινότητα. Εἶναι τρόπος ζωῆς. Ἄμα αὐτό δέν τό συνειδητποιήσουμε δέν θά μπορέσουμε νά τήν ἀγαπήσουμε σωστά. Μετά θά ψάχνουμε πῶς θά ἀνακουφιστοῦμε, ἀλλά ἡ ἀνακούφιση δέν σημαίνει ὁπωσδήποτε ἀλλαγή. Μετάνοια σημαίνει ἄλλαξα τήν ζυγαριά πού ζυγιάζω τά πράγματα. Αὐτό πού θεωροῦσα κέρδος, κατάλαβα ὅτι ἦταν ζημιά καί τό πετάω.
Μπορεῖ κανείς καμμιά φορά ἀδελφοί μου νά ἐξομολογηθεῖ ἀκόμη ἀπό ἐγωισμό, γιά νά τακτοποιήση τίς σχέσεις του μέ τόν Θεό, ὄχι γιά νά ἀλλάξει. Πάρα πολλές φορές οἱ παπάδες ἀκοῦν τήν προτροπή: διάβασέ μου παπούλη μιά εὐχή. Νά τήν κάνεις τί; Τί θά πεῖ διάβασέ μου μιά εὐχή; Ὑπέρ τίνος; Ἔχουμε ἀκριβῶς μιά μπερδεμένη σχέση καί μιά εὐχή θά τήν τακτοποιήση καί θά κοιμόμαστε πιό ἤσυχα; Δέν εἶναι αὐτό μετάνοια. Δέν εἶναι ὁ λόγος νά γίνει κάποιος χριστιανός, ἤ νά μπεῖ στήν Ἐκκλησία, τό νά αἰσθανθεῖ καλύτερα. Εἶναι νά συνειδητοποιήση τί εἶναι ζωή καί τί εἶναι θάνατος καί νά μάθει σιγά σιγά νά προτιμάει τήν ζωή.
Πού εἶναι τά δύσκολα; Ὅτι μάθαμε ἀνάποδα. Καί φανταζόμαστε τόν θάνατο ζωή. Καί τήν ἁμαρτία κέρδος. Καί μέχρι νά μάθουμε τό σωστό εἶναι δύσκολα. Καί μέχρι νά τό περπατήσουμε, ἀκόμη πιό δύσκολα. Καί μέχρι νά τό σταθεροποιήσουμε ἀκόμη περισσότερο. Γι᾿ αὐτό ἐξομολογούμαστε πολλές φορές. Γιατί πολλές φορές κάνουμε τά ἴδια λάθη. Εἶναι ἐκείνο πού λέει ὁ ἅγιος ἐκεῖ στό Γεροντικό: Πάτερ κάνω τά ἴδια πράγματα, τά εἶπα μιά φορά τά ξαναέκανα. Τά ξαναείπα, τά ξαναέκανα. Πόσες φορές θά γίνει αὐτό; Τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος: μέχρι πού νά σέ βρεῖ ὁ Θεός ὄρθιο. Ἐμεῖς πολλές φορές ἀπό ἐγωισμό, ὁ ἐγωισμός χώνεται παντοῦ, λέμε: πάλι τά ἴδια θά πάω νά πῶ; Ἀμάν. Θά μ᾿ ἔχει βαρεθεῖ κι ὀ παπᾶς. Ἐνῶ τό πρόβλημα ἀκριβῶς δέν εἶναι ἄν σέ βαρέθηκε ἤ δέν σέ βαρέθηκε ὁ παπᾶς. Τό θέμα δέν εἶναι νά ἀκούει νέα καί ἐντυπωσιακά πράγματα ὁ παπᾶς. Τό πρόβλημά εἶναι νά βοηθήσει κάποιον νά μάθει νά περπατάει. Ἄλλωστε αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος νά ἔχω πνευματικό.
Τί σημαίνει ὅτι ἔχω πνευματικό; Εἴδατε τί γίνεται στά γήπεδα. Ὅλοι οἱ ἀθλητές ἔχουν ἕνα προπονητή. Ὁ προπονητής τούς βοηθάει νά μάθουν σωστά τό ἄθλημα μέ τό ὁποῖο ἀσχολούνται. Καί ὁ πνευματικός κάθε χριστιανοῦ ἀκριβῶς αὐτό τό λόγο ἔχει. Κανέναν ἄλλο. Νά τόν βοηθήσει νά μάθει σωστά τόν τρόπο ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.
Τό πρόβλημα δέν εἶναι νά ἔχουμε καλό πρόσωπο στόν πνευματικό ἤ μή μᾶς κακοχαρακτηρίσει. Δέν εἶναι ἐκεῖ τό ζητούμενο. Ἡ σχέση δέν εἶναι ἀνθρωποκεντρική. Δέν κάναμε ἕναν πνευματικό γιά νά μᾶς λέει μπράβο, τί καλά πού τά ᾿κανες, τί καλά πού τά ᾿πες, εἶσαι μιά χαρά! Καί ἀπό τήν ἄλλη, ἐμεῖς νά πνιγόμαστε στήν ντροπή: πῶς τώρα θά πάω νά τοῦ πῶ ξανά, ξέρεις ἔκανα αὐτό κι αὐτό.
Ἄλλωστε ὅσο πιό εἰλικρινείς εἶναι κανείς τόσο πιό γρήγορα περπατάει. Γιατί; Τί ἐμποδίζει τό περπάτημα; Τό βάρος. Εἴτε χοντρός εἶναι κανείς σάν ἐμένα, εἴτε βάρος κουβαλάει στήν πλάτη, αὐτό ἐμποδίζει τό περπάτημα. Ὅσο κανείς ἐξομολογεῖται εἰλικρινῶς τόσο λιγότερο βάρος κουβαλάει στήν πλάτη, ἆρα τόσο πιό γρήγορα περπατάει. Τά πράγματα ἀρμοδένονται σέ μία λογική συνέχεια. Ὅταν τά κατανοήσουμε στήν σωστή τους βάση, ἀπό κεῖ καί μετά θά τά περπατᾶμε μιά χαρά. Ἀκόμα καί τό λάθος μας θά γίνεται ἀφορμή γιά νά τοποθετηθοῦμε σωστότερα. Γι᾿ αὐτό ὑπάρχει ἐκείνη ἡ κουβέντα πού λέει ἕνας παλαιός ἅγιος «μακάρια ἁμαρτία», γιά τήν ἁμαρτία τοῦ Ἀδάμ. Γιατί ἔγινε ἀφορμή, λέει ἐκεῖνος βέβαια, γιά νά γεννηθεῖ ὁ Χριστός. Ἀλλά ἀνεξάρτητα ἀπό αὐτό μερικές φορές μπορεῖ κανείς νά κάνει ἕνα λάθος ἤ μία ἁμαρτία καί αὐτό νά τόν μεγαλώσει. Ἄν τό δεῖ σωστά μπορεῖ νά τόν μεγαλώσει. Ἄν τό δεῖ λάθος μπορεῖ νά κολλήσει. Καί κεῖ εἶναι τό πρόβλημα γιά τό ὁποῖο δέν πρέπει κανείς νά χρονίζει σέ κατάσταση ἁμαρτίας. Γι᾿ αὐτό λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ἕως τό σήμερον καλεῖται· μετανοήσατε ἵνα μή σκληρήνῃ ὑμᾶς ἡ ἁμαρτία». Ἐνώ ἔχετε ἀκόμα στά χέρια σας τήν σημερινή ἡμέρα ζωῆς, ἀλλάξτε τρόπο ζωῆς, λέει, γιά νά μή σᾶς σκληρήνει ἡ ἁμαρτία καί μετά εἶναι δύσκολες οἱ κινήσεις ἐλευθερίας.
Ὑπάρχει ἕνας ἅγιος, πού εἶναι καί δικός μας ἅγιος, ἔζησε στήν Γαλλία, ὁ ἅγιος Μαρτῖνος. Γιά μᾶς εἶναι λιγάκι ἄγνωστος, ἀλλά δέν ἔχει σημασία. Αὐτός, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος ἦταν στρατιωτικός πρῶτα. Εἶχε γίνει ἕνα θαῦμα στή ζωή του μέ τόν Χριστό. Τύλιξε ἕναν γυμνό νεκρό μέ τήν κάπα του καί ὁ Χριστός μετά τοῦ παρουσιάστηκε φορῶντας τήν κάπα πού εἶχε δώσει στόν γυμνό ἐκεῖνος. Αὐτός, λοιπόν, ἀργότερα ἔγινε ἐπίσκοπος στήν Τουρώνη ὅπως λεγόταν τότε, τήν σημερινή Τούρ τῆς Γαλλίας. Αὐτός, λοιπόν, στά γεράματά του, ὄντας Δεσπότης τῆς περιοχῆς, εἶχε τήν χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἔκανε θαύματα. Ὅπως ξέρετε, ἔξω ἀπό τίς ἐκκλησίες μαζεύονται ζητιάνοι. Ὅταν , λοιπόν, μετά τήν Λειτουργία ἔβγαινε ὁ Δεσπότης ἀπό τόν ναό, παρουσιαζόταν τό ἐξῆς ἀπίθανο θέαμα: ἕνας κουτσός, μόλις συνειδητοποιοῦσε ὅτι βγαίνει ὁ Δεσπότης, ἔφευγε τρέχοντας. Οἱ ἄνθρωποι λέγανε: Μά τί στό καλό κάνει αὐτός; Μόλις ὁ Δεσπότης πάει νά βγεῖ ἀπό τήν ἐκκλησία ὁ κουτσός φεύγει τρέχοντας. Κάποια, λοιπόν, μέρα οἱ παπάδες τόν πιάσανε καί τοῦ λένε: Καλά γιατί ὅταν βγαίνει ὁ Δεσπότης φεύγεις τρέχοντας.Καί ἀπαντάει αὐτός: Τί λέτε; Νά βγεῖ ὁ Δεσπότης νά μέ δεῖ καί νά μέ κάνει καλά; Μετά πῶς θά ζητιανεύω;
Τραγωδία! Ἔτσι εἴμαστε καί μεῖς. Μή τά ψάχνετε. Καί μεῖς φοβόμαστε νά μή μᾶς κάνει καλά ὁ Χριστός καί μετά θά μᾶς λείψει ἡ «πνευματική ζητιανιά» στήν ἁμαρτία. Συνηθήσαμε στήν κατάστασή μας καί δέ θέλουμε οὔτε ὁ Χριστός νά μᾶς τήν ἀλλάξει. Βέβαια δέν εἴμαστε κουτσοί σάν τόν ζητιάνο τοῦ ἁγίου Μαρτίνου, ἀλλά ἔχουμε ἄλλα προβλήματα, τά ὁποία τά κουβαλᾶμε στόν ἐσωτερικό μας χῶρο καί εἶναι ἀκόμα χειρότερα. Γιατί εἶναι πιό δύσκολα. Τό νά ἔχουμε μιά ἐξωτερική ἀναπηρία εἶναι καί ἔλεος καμιά φορά ἀπό τόν Χριστό. Τά ἐσωτερικά εἶναι τά πιό δύσκολα.
Στόν προφήτη Ἱεζεκιήλ ὑπάρχει τό ἐξῆς τό ὁποῖο φανερώνει τήν κατάστασή μας. Μία ἡμέρα ὁ Θεός εἶπε στόν προφήτη Ἱεζεκιήλ: πήγαινε νά πετάξεις τά εἴδωλα ἀπό τόν ναό. Λέει: Κύριε, δέν ὑπάρχουν εἴδωλα στόν ναό. Τοῦ λέει: Δέν ὑπάρχουν εἴδωλα στόν ναό; Ἔλα ἐδῶ νά σέ πάω στόν ναό. Τόν πηγαίνει, μπαίνουν μέσα στόν ναό καί ὁ Ἱεζεκιήλ τοῦ λέει: Κύριε δέν ὑπάρχουν εἴδωλα πουθενά. Τοῦ λέει: Κοίταξε κατά τόν Βορρά. Κοίταξε ὁ Προφήτης. Τοῦ λέει: βλέπεις αὐτή τήν τρύπα ἐκεῖ πού ἔχει ὁ τοίχος. Ναί. Ὄρυξον αὐτή. Δηλαδή ἄνοιξέ την. Τήν ἄνοιξε καί ὁ προφήτης ἔμεινε ἔκπληκτος γιατί ἀπό μέσα ὑπήρχε ἕνας χῶρος στόν ὁποῖο ὑπήρχαν «μάταια καί βδελύγματα» ὅπως λέει τό κείμενο. Δηλαδή ὑπῆρχαν εἰδώλια ψευδῶν θεῶν βδελυκτά στό Θεό. Ἦταν εἴδωλα πού κάποιοι παλιότεροι τά εἶχαν ἀκόμη καί μέσα στόν ναό τοῦ Θεοῦ κρύψει. Ναός τοῦ Θεοῦ εἶναι καθένας ἀπό μᾶς. Βαπτιζόμενος γίνεται ναός τοῦ Θεοῦ. Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: ὁ καθένας ἀπό μᾶς εἶναι ναός τοῦ Θεοῦ καί ὅποιος μέ τήν ἁμαρτία φθείρει τόν ναό τοῦ Θεοῦ θά ᾿χει προβλήματα μετά στή σχέση του μέ τόν Θεό. Ἔ! Λοιπόν καί κεῖ μέσα στόν ναό μερικές φορές ὑπάρχουν μάταια καί βδελύγματα. Καί μέσα στήν δική μας καρδιά χρειάζεται σκύψουμε καί νά δοῦμε τί κουβαλάμε καί νά πᾶμε παραμέσα. Νά δοῦμε: εἶναι καθαρά τά πράγματα ἤ ἔχουμε μάταια καί βδελύγματα; Καί ἄν ἔχουμε εἰλικρίνεια θά καταλάβουμε αὐτό πού λέει ὁ ψαλμός 103 πού διαβάζουμε σέ κάθε ἑσπερινό: Θά συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ καρδιά μας εἶναι θάλασσα μεγάλη καί εὐρύχωρος ἐκεῖ ἑρπετά ὧν οὔκ ἐστιν ἀριθμός. Καί τά ἑρπετά φυσικά δέν εἶναι τά διακοσμητικά κατοικίδια! Οἱ ἄνθρωποι τώρα ἔχουν διαστραφεί καί μαζεύουν τά ἐρπετά καί τά χαϊδεύουν. Μαζεύουν κροκοδειλάκια, ποντικάκια… Ὅτι θέλουν. Αὐτά οἱ ἄνθρωποι παλαιότερα, ὄντας ὑγιῶς τά θεωροῦσαν ἀπαράδεκτα. Θάλασσα λοιπόν εἶναι ἡ καρδιά μας μερικές φορές γεμάτη ἐρπετά.
Πῆγαν στόν ἅγιο Ποιμένα, κάποιοι χριστιανοί. Τόν ρωτήσανε τί χρειάζεται κανείς γιά νά γίνει χριστιανός. Τί ἔχει ἀνάγκη γιά νά μπορέσει νά γίνει χριστιανός; Καί κεῖνος εἶπε: Οὐ δεόμεθα τινος, εἰ μή νηφούσης διανοίας. Δηλαδή. Δέν χρειαζόμαστε τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό ἕνα μυαλό τό ὁποῖο ἀντιλαμβάνεται τί συμβαίνει γύρω του. Νήφει. Εἶναι νηφάλιο, δηλαδή, νά μπορεῖ νά καταλαβαίνει τί συμβαίνει γύρω του. Αὐτό χρειάζεται, λέει, κανείς γιά νά σωθεῖ.
Ἐμεῖς πιστεύουμε πολλές φορές ὅτι ἡ μετάνοια σημαίνει θά τά πῶ καί θά τελειώσουν. Ὄχι. Θά τά πῶ καί θά τά παραγράψει ὁ Χριστός, ἀλλά δέν θά τελειώσουν. Οἱ συνεπαγωγές μιᾶς ἁμαρτίας θά ὑπάρχουν καί θά εἶναι ἀπαραίτητος ἀγῶνας γιά νά ἐλευθερωθοῦμε. Συγχώρηση σημαίνει παραγραφή τοῦ χρέους ἀλλά δέν σημαίνει γίνομαι πλούσιος!
Δηλαδή, ἔπεσα καί ἔσπασα τό πόδι μου. Ἄν αὐτό εἶναι ἁμαρτία, τό λέω μεταφορικά, καί πάω στόν Χριστό καί τοῦ λέω ἔσπασα τό πόδι μου. Μοῦ λέει ἐντάξει. Ἐγώ τό παραγράφω, τό παραβλέπω. Ἀλλά πρέπει ἐσύ νά μάθεις νά κάνεις ὑπομονή καί νά προσέχεις τό τσάκισμα μέχρι νά κλείσει. Γιατί ἄν κάνεις ἐξ αἰτίας τῆς δικής μου παραγραφῆς τόν «νταή», ὅτι τώρα περπατᾶς, θά πέσεις καί θά σπάσεις καί τό ἄλλο τό πόδι.
Πάρα πολλές φορές ἡ μετανοιά μας εἶναι στρεβλή καί σ᾿ αὐτό τό σημεῖο. Φανταζόμαστε ὅτι ἡ παραγραφή τῆς ἁμαρτίας ἀπό τόν Χριστό σημαίνει ὅτι δέν θά πρέπει νά ὑλοποιήσουμε δυναμικά τήν ἀπόφαση τῆς ἀλλαγῆς. Ἄλλωστε αὐτό εἴπαμε καί πιό πρίν σημαίνει μετάνοια. Ἡ ἁγία Μαρία ἡ αἰγυπτία προβάλλεται στά μάτια τῶν χριστιανῶν, ἀπό τήν Ἐκκλησία γι᾿ αὐτό καί μόνο τό λόγο. Γιά τόν δυναμισμό μιᾶς μετανοίας, ἡ ὁποία σημαίνει ὑπομονή, ἐπιμονή καί ἀγάπη τοῦ κόπου. Ὅλα αὐτά πάντα ἦταν δύσκολα, νά εἴμαστε ρεαλιστές, στή σημερινή ἐποχή εἶναι καί ἀπεχθῆ. Κανείς δέν ἀκούει εὔκολα τήν λέξη ὑπομονή. Τήν λέξη ἐπιμονή ἀπό ἐγωισμό καμιά φορά τήν ἀκούει. Ἀλλά ἀπό κεῖ καί μετά ἀκόμη πιό δύσκολα φεύγει ἀπό μία ψυχολογική διάθεση νά μπεῖ, στό ὅτι πρέπει ἡ ζωή του νά προσαρμοστεῖ πλήρως, καί νά εὐθυγραμμιστεί μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γιατί ζωή εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ θάνατος εἶναι ἡ ἁμαρτία.
Πηγή: Πάτερ Θεοδόσιος Μαρτζούχος
