Άρθρο 37, 08.09.2025

Τεχνολογία και Ορθόδοξη Θεολογία (2/2)

1. Ας ιδούμε το πρό­βλη­μα αυτό, ό­πως το θέτει ο ά­γι­ος Κύ­ριλ­λος Α­λε­ξαν­δρεί­ας. Λέ­γει : οι τέ­χνες, οι ε­πι­στή­μες, οι α­να­κα­λύ­ψεις, γε­νι­κά, και οι ε­φαρ­μο­γές τους, πι­ό αι­σθη­τά, δεν ε­πι­τρέ­πουν αμ­φι­βο­λί­α ό­τι ο άν­θρω­πος εί­ναι ε­πί γης «της α­νω­τά­τω δόξης εκμα­γεί­ον και της θε­ο­πρε­πούς ε­ξου­σί­ας ει­κών» (P. G. 69, 20 c).

Α­πο­τέ­λε­σμα όμως της προ­ό­δου, εί­ναι ό­τι, «ταις ά­γαν ευ­η­με­ρί­αις», α­πό τα πολ­λά ε­πι­τεύ­γμα­τα, ο άν­θρω­πος κιν­δυ­νεύ­ει, ίνα «ε­τοι­μό­τα­τα δι­ο­λι­σθή­ση εις το οί­ε­σθαι τυ­χόν α­πηλ­λά­χθαι και της ε­ξου­σί­ας και της του Κρα­τού­ντος υ­πε­ρο­χής» : Δη­λα­δή ο άν­θρω­πος κιν­δυ­νεύ­ει γοητευμένος από τις επιτυχίες του, να αρχίσει να ψάχνει να βρη αφορμή – να δι­ο­λι­σθή­ση σε έ­να πνεύ­μα-φρό­νη­μα σαν των αν­θρώ­πων, που προ­σπά­θη­σαν να δη­μι­ουρ­γή­σουν τον πύρ­γον της Βα­βέλ. και πρά­γμα­τι, εύ­κο­λα δι­ο­λι­σθαί­νει στο πνεύ­μα-φρό­νη­μα αυ­τό, να «οί­ε­ται», ό­τι και μπορεί και ο­φεί­λει, να α­παλ­λα­γή α­πό την ε­ξου­σί­α του Κρα­τού­ντος! Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό το πα­ρά­δει­γμα (και το πνεύ­μα!) των αν­θρώ­πων, που η­θέ­λη­σαν να δη­μι­ουρ­γή­σουν τον πύρ­γον της Βα­βέλ. εξ ί­σου χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι το πνεύ­μα (και το πεί­σμα!) που πε­ρι­γρά­φει στις η­μέ­ρες μας ο κα­θη­γη­τής Μ. Δερ­τού­ζος στο βι­βλί­ο του : τι μέλ­λει γε­νέ­σθαι, σελ. 562. Νεαρά παιδιά εκεί αρνούνται με πείσμα να δεχθούν την διαβεβαίωση του καθηγητή τους, ότι η επιστήμη, ούτε εμποδίζει ούτε έρχεται σε αντίθεση με την πίστη στον Θεό. το ίδιο πείσμα παντού!

Ό­λα αυ­τά ο πάν­σο­φος Θε­ός τα προ­ε­γνώ­ρι­ζε. και γι­’ αυ­τό, «νό­μον ευ­θύς ε­δί­δου», λέ­γει με έμ­φα­ση ο ά­γι­ος Κύ­ριλ­λος, γι­α να πε­ρι­θρι­γκώ­σει τον άν­θρω­πο να μπο­ρέ­σει να στα­θή στο σω­στό πνεύ­μα, στην σω­στή στά­ση έ­να­ντι του Θε­ού.

2. Πως μας πε­ρι­θρί­γκω­σε ο Θε­ός ;

Μέ­σα στον πα­ρά­δει­σο, μα­ζί με ό­λα τα προ­ο­ρι­σμέ­να γι­α χρή­ση, που ε­τέ­θη­σαν στην δι­ά­θε­ση, στην βα­σι­λι­κή ε­ξου­σί­α του αν­θρώ­που, -βλέ­πο­με και δύ­ο δέν­δρα που δεν εί­ναι γι­α χρή­ση, αλ­λά κα­θο­ρί­ζουν και δί­νουν κρι­τή­ρι­α. τι ω­ραι­ό­τε­ρο ; τι πι­ό αν­θρώ­πι­νο ; τι πι­ό ε­πι­στη­μο­νι­κό ;

Στο πρώ­το βι­βλί­ο της Αγίας Γραφής, στην Γέ­νε­ση (κεφ. 2, 9 και 2, 16-17) δι­α­βά­ζο­με : «Ε­ξα­νέ­τει­λεν ο Θε­ός έ­τι εκ της γης παν ξύ­λον ω­ραί­ον εις ό­ρα­σιν και κα­λόν εις βρώ­σιν και το ξύ­λον της ζω­ής εν μέ­σω του Πα­ρα­δεί­σου και το ξύ­λον του ει­δέ­ναι γνω­στόν κα­λού και πο­νη­ρού».

Δύ­ο λοι­πόν δέν­δρα «ε­ξα­νέ­τει­λεν» ο Κύ­ρι­ος στον Πα­ρά­δει­σο. το έ­να κο­ντά στο άλ­λο. το ξύ­λο της ζω­ής και το ξύ­λο του γι­νώ­σκειν κα­λόν και πο­νη­ρόν. και έ­δω­κε ε­ντο­λή καρ­πό α­πό το ξύ­λο «του γι­νώ­σκειν κα­λόν και πο­νη­ρόν», να μην φά­νε.

3. Γιατί όμως ; Γιατί ;

Πολ­λοί λέ­νε, ό­τι με την πα­ρά­βα­ση της ε­ντο­λής ά­νοι­ξε ο δρό­μος της γνώ­σης ό­τι η πα­ρά­βα­ση ή­ταν ευ­λο­γί­α. Όμως. Όποι­ος δέ­χε­ται την εκ­δο­χή αυ­τή, βλέ­πει την γνώ­ση σαν προ­μη­θεϊ­σμό να στρέ­φε­ται κα­τά του Θε­ού!

Η εκ­δο­χή αυ­τή φαί­νε­ται έ­ξυ­πνη. Αλ­λά δεν εί­ναι. Εί­ναι απλου­στευ­τι­κή και α­πλοϊ­κή.

Η εκ­δο­χή αυ­τή δεν εί­ναι και­νούρ­γι­α. την ­γνώ­ρι­ζε ο ά­γι­ος Ι­ωάν­νης ο Χρυ­σό­στο­μος. Αλ­λά την α­πορ­ρί­πτει. Κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά. Λέ­γει : «Πολ­λοί λέ­γειν ε­πι­χει­ρού­σιν, ό­τι με­τά την βρώ­σιν του καρ­πού του ξύ­λου την γνώ­σιν έ­σχεν ο Α­δάμ του δι­α­κρί­νειν το κα­λόν και το χεί­ρον» και ό­τι χω­ρίς την πα­ρά­βα­ση ο άν­θρω­πος θα έ­με­νε σε νο­η­τι­κή στα­σι­μό­τη­τα σαν προ­βα­τά­κι! την ά­πο­ψη αυ­τή ο ά­γι­ος Ι­ωάν­νης την ε­μπαί­ζει. Λέ­γει : «τού­το της εσχά­της αν εί­η α­νοί­ας» (P. G. 53, 132) ! Δη­λα­δή : η ά­πο­ψη αυ­τή εί­ναι έ­νας ε­ξω­φρε­νι­σμός βλα­κεί­α αγραμ­μα­το­σύ­νη. η βρώ­ση του καρ­πού του δέν­δρου ε­κεί­νου δεν ά­νοι­ξε τον δρό­μο της γνώ­σης. Άλ­λον δρό­μο ά­νοι­ξε! Ποι­ον ;

Ε­πε­ξη­γεί ο ά­γι­ος Ι­ωάν­νης : «Δι­ά τού­το ουν η θεί­α Γρα­φή ω­νό­μα­σε και το ξύ­λον τού­το, ξύ­λον “του ει­δέ­ναι γνω­στόν καλού και πο­νη­ρού”, ε­πει­δή πε­ρί αυ­τό ην η πα­ρά­βα­σις και η φυ­λα­κή της ε­ντο­λής» (P. G. 53, 133). δηλ. με την πα­ρά­βα­ση της εντο­λής ε­κεί­νης του Θε­ού δεν ά­νοι­ξε ο δρό­μος της κα­τά­κτη­σης της γνώ­σης, που τά­χα αλ­λι­ώς δεν θα ά­νοι­γε. Άλλος δρόμος άνοιξε. ο δρόμος της απομάκρυνσης από τον Θεό. ο δρόμος της επιδίωξης του ανθρώπου να εξομοιωθή με τον Θεό σε γνώση και να γίνει – όπως έλεγε ο Hegel – «ένα αυτο-απει­ροποιούμενο πνεύμα» (=κορύφωση του προμηθεϊσμού) (D. Bell, ο πολιτισμός της μεταβιομηχανικής Δύσης, ελλ. μετ., σελ. 196).

Ποιος ήταν ο σκο­πός της ε­ντο­λής ; να κα­τα­λά­βει ο άν­θρω­πος, «ως υ­πό δε­σπό­την ε­στίν». και ό­τι το δέν­δρο ε­κεί­νο ή­ταν γυ­μνα­σί­α ό­χι γνώ­σης, αλ­λά υ­πα­κο­ής και πα­ρα­κο­ής (P. G. 53, 133). με άλ­λα λό­γι­α, η αίσθηση, η επίγνωση ότι ο Θεός είναι Θεός Κύριος Δεσπότης και εμείς υπό, έστω και λίγο αλλά πάντως υπό, είναι το κρι­τή­ρι­ο που πρέπει να διέπει την σχέ­ση με τον Θε­ό.

4. στην πα­ρά­βα­ση της ε­ντο­λής ο άν­θρω­πος δεν ενήρ­γη­σε ού­τε με βάση το κρι­τή­ρι­ο της σχέσης με τον Θεό, ού­τε με κρι­τή­ρι­α γνω­σι­ο­λο­γι­κά προσ­δι­ο­ρι­σμέ­να, αλ­λά με βά­ση μι­ά άλ­λου τύ­που ανα­ζή­τη­ση, μί­α ευδαιμονιστικού τύπου βι­ω­μα­τι­κή α­να­ζή­τη­ση. Ε­πι­θύ­μη­σε να γί­νει σαν Θε­ός να προσ­δι­ο­ρί­ζει μό­νος του, αυ­τό­νο­μα, την χα­ρά του και την ευ­τυ­χί­α του, με βά­ση δι­κές του προ­τι­μή­σεις και ε­πι­λο­γές δι­κά του κρι­τή­ρι­α που τα δη­μι­ούρ­γη­σε ο ί­δι­ος μό­νος του. και τον οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στον ηδονισμό και στην ακολασία. Αλ­λά στην ε­πι­λο­γή του αυ­τή «ο Α­δάμ ε­ψεύ­σθη» δηλ. την ε­πά­τη­σε! «και Θε­ός, επι­θυ­μή­σας, ου γέ­γο­νεν» (τρο­πά­ρι­ον Ευ­αγ­γε­λι­σμού).

Έ­γι­νε ό­μως κά­τι άλ­λο, πο­λύ σο­βα­ρό α­πό­κτη­σε ε­μπει­ρί­α του κα­κού «έ­λα­βεν αί­σθη­σιν της εκ­πτώ­σε­ως (α­πό) της δό­ξης (του Θε­ού), ης προ της βρώ­σε­ως α­πέ­λαυ­ε» (Κύριλλος, P. G. 53, 132).

Τι ό­μως ση­μαί­νει α­πό­κτη­σε ε­μπει­ρί­α του κα­κού ;

Το ε­βραϊ­κό πρω­τό­τυ­πο, ό­που η ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση των ο΄ χρη­σι­μο­ποι­εί το «ει­δέ­ναι γνω­στόν», έ­χει το ρή­μα γι­α­δά. το ρή­μα γι­α­δά δεν ση­μαί­νει γνώ­ση ε­γκε­φα­λι­κή, λο­γι­κή, ε­πι­στη­μο­νι­κή, αλ­λά μι­ά δι­α­φο­ρε­τι­κού τύ­που ε­μπει­ρί­α. την έν­νοι­ά της την κα­τα­λα­βαί­νο­με κα­λά στην δι­α­τύ­πω­ση : «Α­δάμ δε έ­γνω Εύαν την γυ­ναί­κα αυ­τού και συλ­λα­βού­σα έ­τε­κε» (γεν. 4, 1). Εκεί­νο το «έ­γνω», δεν έ­χει καμ­μί­α σχέ­ση με γνώ­ση ε­γκε­φα­λι­κή. το για­δά ση­μαί­νει : ε­πι­λέ­γω : α­γα­πά­ω λα­χτα­ρώ α­πο­λαύ­ω κά­νω αυ­τό που «γι­νώ­σκω» πε­ρι­ε­χό­με­νο της ζω­ής μου ταυ­τί­ζο­μαι. Συνουσιάζομαι. Κά­πως έ­τσι, δηλ. με δικές του «αναζη­τήσεις» και με δικά του κριτήρια, γι­νώ­σκει ο άν­θρω­πος το κα­λό και το κα­κό. με μία «γυ­μνα­σία υ­πα­κο­ής και πα­ρα­κο­ής» (P. G. 53, 133) που δεν εί­ναι μί­α λο­γι­κή ε­πε­ξερ­γα­σί­α αλ­λά μί­α κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά τρα­γι­κή πά­λη, στην οποί­α κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο παί­ζει η βού­λη­ση με βά­ση κρι­τή­ρι­α ε­ξω­λο­γι­κά.

Ε­πι­βάλ­λε­ται να πα­ρα­τη­ρή­σω­με, ό­τι κυτ­τά­ζο­ντας τον καρ­πόν του ξύ­λου της γνώ­σε­ως η Εύ­α του ευ­ρή­κε τρεις ι­δι­ό­τη­τες, α­πό τις ο­ποί­ες καμ­μι­ά-μά καμ­μι­ά, δεν έ­χει σχέ­ση ού­τε με γνώ­ση ε­γκε­φα­λι­κή, ού­τε με λο­γι­κή πρόσ­λη­ψη που δεν υ­πήρ­χε πριν, ού­τε με την πί­στη.

Ευ­ρή­κε ό­τι ο καρ­πός εί­χε τις ε­ξής ι­δι­ό­τη­τες : ή­ταν «κα­λός εις βρώ­σιν α­ρε­στός τοις ο­φθαλ­μοίς ι­δείν και ω­ραί­ος του κα­τα­νο­ή­σαι». με τι κρι­τή­ρι­α ; Αί­σθη­ση, συ­ναί­σθη­μα, αι­σθη­τι­κή (=γεύ­ση, γού­στο, ο­μορ­φι­ά) πρά­γμα­τα ε­ξω­λο­γι­κά. και πρά­γμα­τι, η Εύ­α προ­έ­βη στην ε­πι­λο­γή της πα­ρα­κο­ής, α­φού πα­ρα­μέ­ρι­σε τα κρι­τή­ρι­α που της εί­χε θέ­σει ο Θε­ός, και ε­πέ­λε­ξε γι­ά τον ε­αυ­τό της άλ­λα. Ε­πα­να­λαμ­βά­νω. Ά­φη­σε την α­λή­θει­α, την γνώ­ση, την ε­ντο­λή του Θε­ού και δέ­χθη­κε σαν κρι­τή­ρι­α την αί­σθη­ση, το συ­ναί­σθη­μα και την αι­σθη­τι­κή (γεύ­ση, γού­στο, ο­μορ­φι­ά), πρά­γμα­τα ε­ντε­λώς ε­ξω­λο­γι­κά.

5. Γι­α­τί ο Θε­ός έ­δω­κε στον άν­θρω­πο την ε­ντο­λή αυ­τή ; και α­πα­ντά ο ά­γι­ος Ι­ωάν­νης (P. G. 53, 115) : Γι­ά έ­να και μό­νο λό­γο γι­ά να τον βο­η­θή­σει να κα­τα­λά­βει, ό­τι χρει­ά­ζε­ται να κά­νει μέσα του μί­αν ι­ε­ράρ­χη­ση, μί­α έλ­λο­γη ε­πι­λο­γή, με βά­ση κά­ποι­α κρι­τή­ρι­α και να μην α­φή­νει να τον πα­ρα­σύ­ρουν α­φε­λείς εν­θου­σι­α­σμοί, σαν και ε­κεί­νον που γο­ή­τευ­σε τον Α­δάμ και ότι κύ­ρι­ο κρι­τή­ρι­ο στις το­πο­θε­τή­σεις και ε­πι­λο­γές του, πρέ­πει να είναι η σχέ­ση με τον Θε­ό. Αυ­τή η σχέ­ση δί­νει στον άν­θρω­πο στα­θε­ρά α­ντι­κει­με­νι­κά κρι­τή­ρι­α.

ο άν­θρω­πος πα­ντού και πά­ντο­τε πρέ­πει να φρο­ντί­ζει, να το έ­χει βα­θει­ά μέ­σα του, να το ζη, να το βι­ώ­νει «ό­τι υ­πό Δε­σπό­την ε­στί» (P. G. 53, 115) και ό­τι ο Θε­ός εί­ναι ον η μάλ­λον ο ων. Εί­ναι ό­μως άλ­λης υ­φής, άλ­λης φύ­σης. Ά­ναρ­χος, α­ό­ρα­τος, άφθαρ­τος, α­πε­ρι­νό­η­τος, α­κα­τά­λη­πτος. Ά­κτι­στος. Φύ­ση και ουσί­α ε­ντε­λώς δι­α­φο­ρε­τι­κή α­πό αυ­τές που ξέ­ρο­με. Ε­πά­νω και έξω α­πό κά­θε δυ­να­τό­τη­τα έ­ρευ­νας εκ μέ­ρους του αν­θρώ­που με τις κα­τη­γο­ρί­ες των ε­πι­στη­μών που ξέ­ρει. Καμ­μι­ά ε­πι­στή­μη δεν ο­δη­γεί στον Θε­ό. και καμ­μι­ά δεν ο­δη­γεί μα­κρι­ά του. Δηλαδή. στις θρησκευτικές, ηθικές, βιωματικές επιλογές του και τοποθετήσεις του ο άνθρωπος οδηγείται νομοτελειακά. «Ε­θε­λο­ντής δι­α­νεύ­ει έ­κα­στος ε­πί τω προ­σκρού­ειν τω Θε­ώ» (P. G. 69, 24A), ό­πως λέ­γει α­πο­φα­ντι­κά ο ά­γι­ος Κύ­ριλ­λος Α­λε­ξαν­δρεί­ας και συμφωνεί τόσο ξεκάθαρα μαζί του ο μιχ. Δερτούζος, στην συζήτηση, που υπενθυμίσαμε πιο πάνω.

Συ­μπε­ρά­σμα­τα. τι πρέ­πει να γί­νει ;

Α­ξι­ο­πρό­σε­κτη εί­ναι και η α­κό­λου­θη δι­α­σά­φη­ση του Ι­ε­ρού Χρυ­σο­στό­μου.

Η α­γί­α Γρα­φή λέ­γει, ό­τι ο Θε­ός «έ­θε­το», έ­βα­λε τον Α­δάμ στον Πα­ρά­δει­σο. Ό­μως ο Πα­ρά­δει­σος δεν εί­χε ού­τε φυ­σι­κό-υ­λι­κό φρά­χτη, ού­τε καν πνευ­μα­τι­κό. Ού­τε εί­χε καμ­μι­ά δι­α­φο­ρά από την υ­πό­λοι­πη γη. το «έ­θε­το» έ­χει την έν­νοι­α : του έ­δω­σε εντο­λή να δι­ά­γει ε­κεί να κά­μει κέ­ντρο της ζω­ής του τα δύ­ο δέν­δρα, που ευ­ρί­σκο­ντο στο μέ­σο του Πα­ρα­δεί­σου.

Ό­μως, γι­ά ποι­ό λό­γο ; Γι­ά να το συ­νει­δη­το­ποι­εί ό­λο και πι­ό πο­λύ, ό­τι πρώ­τη του ε­πι­λο­γή έ­πρε­πε λο­γι­κά να εί­ναι η δι­α­βί­ω­σή του κο­ντά στα δύ­ο αυ­τά δέν­δρα που λο­γι­κά και κα­νο­νι­κά η θέ­α τους έ­πρε­πε να του θυ­μί­ζουν, ό­λο και πι­ό πο­λύ : το μεν ξύ­λο της ζω­ής, ό­τι η πρώ­τη του προ­τε­ραι­ό­τη­τα πρέ­πει να εί­ναι η ζω­ή και η ποι­ό­τη­τα ζω­ής το δε ξύ­λο του γι­νώ­σκειν κα­λόν και πο­νη­ρόν, ό­τι χρει­ά­ζε­ται να ε­νερ­γεί, ό­χι α­νά­λο­γα με ε­ντυ­πώ­σεις και συ­ναι­σθή­μα­τα, αλ­λά με βά­ση τα στα­θε­ρά κρι­τή­ρι­α που του έ­θε­σε ο Θε­ός. και συ­μπε­ραί­νει ο ά­γι­ος Ι­ωάν­νης ε­πι­γραμ­μα­τι­κά : «Ζή­τη­μα μέ­γι­στον η­μίν ε­ντεύ­θεν τί­κτε­ται» (P. G. 53, 109). Δη­λα­δή. να θέ­μα, στο ο­ποί­ο α­ξί­ζει να α­φι­ε­ρώ­σει κα­νείς λί­γη φαι­ά ου­σί­α!

Γιαά να ­δει τι; Να κα­τα­λά­βει τι;

1. Η ε­πι­στή­μη δεν εί­ναι προ­μη­θεϊ­σμός! δεν εί­ναι α­ντί­θε­η ού­τε ά­θε­η. Εί­ναι ευ­λο­γί­α. σε ό­λη της την έ­κτα­ση. και δεν πρέ­πει να την α­φή­νω­με ε­μείς να εκ­φυ­λί­ζε­ται σε προ­μη­θεϊ­σμό.

2. Η ε­πι­στή­μη σαν ε­πι­στή­μη εί­ναι ευ­λο­γί­α. και οι α­να­κα­λύ­ψεις και οι ε­φαρ­μο­γές τους εί­ναι ευ­λο­γί­α. η ε­πι­στή­μη δεν εί­ναι ού­τε ancillatheologiae, ού­τε dominaomnium (Δέ­σποι­να και κυ­ρί­α των πά­ντων) ! η α­ντι­πα­λό­τη­τα α­νά­με­σα σε πί­στη και ε­πι­στή­μη ο­φεί­λε­ται σε λά­θος θε­ώ­ρη­ση θέ­σης, α­πο­στο­λής, αρ­μο­δι­ο­τή­των, ο­ρί­ων. Π. χ. 1633 δι­κα­στή­ρι­ο Ι­ε­ράς Ε­ξέ­τα­σης δι­κά­ζει τον Γα­λι­λαί­ο.

3. Ε­πι­δί­ω­ξη της ε­πι­στή­μης και της ε­φαρ­μο­γής της εί­ναι η ζω­ή και μά­λι­στα μι­ά ποι­ό­τη­τα ζω­ής. η α­πό­γευ­ση του ξύ­λου του ει­δέ­ναι γνω­στόν κα­λού και πο­νη­ρού δεν έ­χει καμ­μι­ά σχέ­ση, ού­τε με την γνώ­ση, ού­τε με την ε­πι­στή­μη. Εί­ναι α­πο­κλει­στι­κά και μό­νο η­θι­κής δι­ά­στα­σης βου­λη­τι­κή ε­νέρ­γει­α, αλ­λά πο­τέ προ­σέγ­γι­σης της α­λή­θει­ας. Έ­τσι ταυ­τι­σμέ­νοι με το κα­κό μπο­ρούν να βρε­θούν εξ ί­σου και ε­πι­στή­μο­νες και α­πλοί άν­θρω­ποι. οι ε­πι­στή­μο­νες, σαν ε­πι­στή­μο­νες, δεν εί­ναι ού­τε πι­στοί, ού­τε άθε­οι.

Πό­τε θα μά­θω­με «μη υ­περ­φρο­νείν πα­ρ’ ο δει φρο­νείν, αλ­λά φρο­νείν εις το σω­φρο­νείν, ε­κά­στω ως ο Θε­ός ε­μέ­ρι­σεν» ; (ρωμ. 12, 3) και «ί­να μη εις υ­πέρ του ε­νός φυ­σι­ού­ται κα­τά του ετέ­ρου» (α΄ κορ. 4, 6) ;

4. Πρέ­πει λοιπόν να κάνω­με τις ε­πι­λο­γές μας, με βά­ση τα κρι­τή­ρι­α που μας έ­δω­κε ο Θε­ός. και ε­πε­ξη­γού­με :

Στον Πα­ρά­δει­σο υ­πήρ­χαν δύ­ο ξύ­λα η δέν­δρα. το ξύ­λον του «ει­δέ­ναι» της γνώσης και το ξύ­λον της ζωής. Για το ξύ­λο της ζω­ής δεν μας δό­θηκε καμ­μί­α ε­ντο­λή. Μας ­δό­θηκε μό­νο η ο­δη­γί­α, ό­τι πρέ­πει να α­πο­τε­λεί το κέν­τρο της ζω­ής μας ότι πρέπει ζω­ή μας, νους μας, αί­σθη­σή μας να στρέ­φω­νται ό­λο και πι­ό πο­λύ γύ­ρω α­πό αυτό. Αυ­τό το μυ­στι­κό νό­η­μα του ξύ­λου της ζω­ής ταυ­τί­ζε­ται με τον πό­θο της επι­στή­μης να δη­μι­ουρ­γεί προϋ­πο­θέ­σεις γι­α ποι­ό­τη­τα ζω­ής!

Τί όμως εί­ναι το ξύ­λο αυ­τό, το ξύ­λο της ζω­ής; Η Ορ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γί­α α­πα­ντά :

Χρι­στός ε­στί το ξύ­λον της ζω­ής. Και μα­ζί του ό­λα ό­σα εί­ναι του Χρι­στού : Σταυ­ρός, Χά­ρις, Έ­λε­ος, Σώ­μα του, Αί­μα του, κ.ο.κ.. Γι­α­τί με ό­λα αυ­τά και α­πό ό­λα αυ­τά προ­χέ­ε­ται ζω­ή. Και «προτίθεται», τοποθετείται ενώπιόν μας, – είτε είμαστε σοφοί και επιστήμονες, είτε όχι, – για μια απόλυτα δική μας επιλογή. Μί­α α­πό τις βα­σι­κό­τε­ρες δω­ρε­ές του Χρι­στού σε μας, εί­ναι η ε­λευ­θε­ρί­α που μας έ­δω­σε, να τον α­γα­πά­με και να τον α­κο­λου­θού­με, μό­νο ό­ταν το θέ­λου­με, και να τον αρ­νού­μα­στε και να τον μι­σού­με, όταν το θέ­λου­με. Ε­πι­κυ­ρώ­νει έ­τσι ο Χρι­στός τα τόσο φιλόσοφα λό­γι­α του Α­γί­ου Κυ­ρίλ­λου : «Ε­θε­λο­ντής δι­α­νεύ­ει έκα­στος ε­πί τω προ­σκρού­ειν τω Θε­ώ». Με δι­κή του ε­πι­λο­γή.

Πηγή: Μη­τρο­πο­λί­της Νι­κο­πό­λε­ως Μελέτιος