26-2023

Η σχέση ενός ανθρώπου με την Εκκλησία

Όταν ακούμε για μετάνοια, τί λέμε ἀμέσως; Ὅτι αὐτό εἶναι μιά ἐκκλησιαστική λέξη, μιά θρησκευτική λέξη, εἶναι ἔκφραση τῆς θρησκευτικῆς γλῶσσας. Πόσες γλώσσες ὅμως ὑπάρχουν; Ἡ θρησκευτικότητά μας εἶναι μέσα στή ζωή ἤ ἔξω ἀπό τήν ζωή; Μήπως εἶναι ξένη ἀπό τήν ζωή τελικά; Πάρα πολλές φορές κάνουμε τό ἐξῆς μπέρδεμα: Φανταζόμαστε τήν σχέση μας μέ τήν ἐκκλησία ἕνα κομμάτι τῆς ζωῆς μας πού εἶναι κάπου σέ μιά ἄκρη· σέ μιά ἀφορμή ἐπετειακή (Χριστούγεννα-Πάσχα)· σ᾿ ἕνα γεγονός πού δέν μᾶς ἀφορᾶ ὁλόκληρους, ἀλλά μᾶς ἀφορᾶ, μονάχα κατά τήν σκέψη ἤ σέ κάποια ἄκρη τοῦ μυαλοῦ μας ἄν θέλετε. Καί οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, οἱ σημερινοί ἄνθρωποι, αὐτοί πού περπατᾶνε στό τώρα (καί μεῖς στό τώρα περπατᾶμε, ἀλλά καμμιά φορά βρισκόμαστε στόν κόσμο μας) φαντάζονται ὅτι τέτοιου εἶδους θέματα εἶναι δραστηριότητες πού δέν τούς ἀφοροῦν. Ἵσως ἐμεῖς φταῖμε γιά τήν τοποθέτηση καί ἐκείνων. Ἐμεῖς ζοῦμε στραβά μέσα μας τήν ὑπόθεση, τήν ἐκλαμβάνουν καί κεῖνοι, ἀκόμα πιό στραβά. Καί βλέποντάς μας λένε: αὐτά ἐμένα δέν μέ νοιάζουν· δέν ἔχω καμμία διάθεση νά σκάψω μέσα σέ σκουπίδια. Γιατί φαντάζονται τήν μετάνοια ἤ τήν ἐξομολόγηση μιά ἐνασχόληση μέ πράγματα πού εἶναι σάπια, βρώμικα, λανθασμένα. Καταντοῦν λοιπόν αὐτά τά θέματα ξύλινη γλῶσσα. Ἔχει περάσει μιά ἐκκλησιαστική γλώσσα ξύλινη, ἡ ὁποία λέει «πνευματική ζωή», «ὁ πνευματικός ἄνθρωπος», «τί κάνεις μέ τήν πνευματική σου ζωή». Πόσες ζωές ἔχει ὁ ἄνθρωπος; Μία ἔχει, δέν ἔχει δύο. Δέν μπορεῖ νά εἶναι δύο ἄνθρωποι ὁ καθένας μας, ἕνας καθημερινός κι ἕνας κυριακάτικος· ἕνας ἐπίσημος κι ἕνας ἀνεπίσημος· ἕνας πού φαίνεται κι ἕνας πού κρύβεται· ἕνας πού θέλει νά παρουσιάζεται κι ἕνας πού λειτουργεῖ πίσω ἀπό τό παραβάν. Καί ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ εἶδους τά μπερδέματα ξεκινάνε γιατί ὅπως εἶπα καί πρίν ἡ θρησκευτική μας ζωή δέν εἶναι ὅλη μας ἡ ζωή.

Προσέξτε ἐδῶ ὑπάρχει μία λεπτομέρεια πού χρειάζεται ἐπεξήγηση.

Προσδιορίζοντας «θρησκευτική ζωή», παθαίνουμε κρυάδα στή προοπτική αὐτό πού ξέρουμε ὡς θρησκευτική ζωή, νά γίνει ὁλόκληρή μας ἡ ζωή. Γιατί φανταζόμαστε: πήγα στήν ἐκκλησία; Κρατάω καί μερικά πράγματα χοντρικώς; Καλά εἶμαι. Ἀπό κεῖ καί μετά μπορῶ νά κάνω αὐτό ἐτούτο ἤ τ᾿ ἄλλο. Ὅμως ἡ διδασκαλία τῆς ἐκκλησίας καί ἡ ὑγεία τῶν πραγμάτων λέει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἐκκλησία. Καί ἡ ἐκκλησία εἶναι ἡ ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ἄμα αὐτό δέν τό ξεκαθαρίσουμε μέσα μας ἀπό κεῖ καί μετά θά μπερδευτοῦμε.

Ἐμεῖς ἔχουμε τό ἐξῆς μπέρδεμα: Τό Χριστό καί τήν Ἐκκλησία τά φανταζόμαστε ἰδέες καί πνευματικά θέματα. Ἐνῶ τήν ζωή μας μία καθημερινότητα, πού κυλάει στόν δικό της τόν ρυθμό καί μᾶς κλέβει καί μᾶς μπερδεύει ἄν θέλετε. Ὁ Χριστός ἦρθε στόν κόσμο ὄχι γιά νά φτιάξει πνευματική ζωή στούς ἀνθρώπους! Σκεφτείτε τό ἀπλούστατο: πόσες φορές χρησιμοποιοῦμε τήν ἔκφραση «αὐτοί εἶναι πνευματικοί ἄνθρωποι» γιά ἀνθρώπους πού ἀσχολοῦνται μέ τά γράμματα. Ἔτσι, μέ τόν ἴδιο τρόπο λέμε , καί «πνευματική ζωή» γιά τήν ἐνασχόληση θά λέγαμε μέ τά θεολογικά γράμματα, ἐνῶ δέν εἶναι αὐτό πνευματική ζωή. Γιατί δέν ὑπάρχει πνευματική ζωή. Ὑπάρχει ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ζωή χωρίς τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Ἡ διαφοροποίηση ταξινομείται οὐσιαστικά ὄχι διανοητικά μόνον.

Ἐκκλησία εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Ἐμεῖς ὅμως Ἐκκλησία θεωροῦμε τόν Πατριάρχη, τόν Ἀρχιεπίσκοπο, τόν Δεσπότη, τόν κάθε παπᾶ. Καί συγχρόνως θεωροῦμε ἀπ᾿ ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία τόν ἑαυτό μας μέ τήν δυνατότητα νά κρίνει τούς πάντας. Εἶναι ἄλλωστε πιό εὔκολο αὐτό. Μέ αὐτό τό σκεπτικό δέν θεωροῦμε τόν ἑαυτό μας μέλος αὐτοῦ τοῦ σώματος πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία! Αὐτό εἶναι τό θεμελιακό λάθος. Ἀπό δῶ καί πέρα ξεκινάνε ὅλα.

Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι: Ἐκκλησία εἶναι ἕνα σῶμα στό ὁποῖο κεφαλή εἶναι ὁ Χριστός καί ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι εἶναι μέλη· καί πρόβατα τῆς ἴδιας ποίμνης τοῦ Χριστοῦ. Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: ἡ διάκριση ποιμένες καί πρόβατα εἶναι γιά τούς ἀνθρώπους. Γιά τόν Θεό «πάντες πρόβατα». Γιά τόν Θεό ὅλοι πρόβατα εἶναι. Καί ὁ Πατριάρχης· καί τό παιδάκι πού βαφτίστηκε σήμερα· καί ὁ ὁποιοσδήποτε παππούς καί γιαγιά· καί ὁ ὁποιοσδήποτε νέος ἤ γέρος· ὅλοι. Ἡ διάκριση ποιμένες-πρόβατα εἶναι μονάχα γιά τούς ἀνθρώπους. Τό σῶμα αὐτό, λοιπόν, ἔχει κεφαλή τό Χριστό καί μέλη ὅλους ἐμᾶς τούς ὑπολοίπους.

Ἐμεῖς βαπτιστήκαμε σέ μιά ἐποχή πού δέν καταλαβαίναμε τά πράγματα. Γίναμε μέλη τῆς Ἐκκλησίας… ἀσυνειδήτως. Ἡ Ἐκκλησία αὐτή τή στιγμή, ἄς μή φοβόμαστε νά λέμε τά πράγματα μέ τό ὄνομά τους, περνάει τήν σύγχυση τοῦ νά μή ξέρει ποιοί εἶναι μέλη της. Γιατί; Βαπτίζοντας νήπια, δέν ξέρει ἀπό κεῖ καί μετά τήν πορεία τους. Ἀπό πού ἄρχισε ὁ νηπιοβαπτισμός; Ἀπό τήν στιγμή πού ὅλη ἡ κοινωνία ἔγινε χριστιανική. Ὅμως προσέξτε: ἡ κοινωνία τῶν ἐνηλίκων ἔγινε χριστιανική. Καί ὅταν ἔγινε ἡ κοινωνία τῶν ἐνηλίκων χριστιανική, μετά αὐτονοήτως καί τά παιδιά τους τά ἔκαναν χριστιανούς καί κείνους. Ὅμως τώρα, ἡ κοινωνία τῶν ἐνηλίκων εἶναι χριστιανική; Οἱ ἐνήλικες ξέρουν μέ σαφήνεια ποιός εἶναι ὁ Χριστός καί ποιά ἡ σχέση τους μέ τήν Ἐκκλησία; Μή κοροϊδευόμαστε. Βαφτίζουμε τά μωρά με τήν ἐλπίδα τοῦ γονιοῦ. Γιατί ὁ ἀνάδοχος ἔχει καταντήσει τυπική διαδικασία ἀπό παλιά, ἀκόμα κι ἄν παλαιότερες γενεές σεβόντουσαν τόν νονό (κι ἐγώ θυμάμαι τόν μακαρίτη τόν πατέρα μου, νά μέ βάζει παπᾶ ὄντας, νά φιλάω τό χέρι τῆς νονᾶς μου). Δηλαδή ἡ Ἐκκλησία παλαιότερα πῶς περπατοῦσε; Ἐγώ γινόμουνα χριστιανός κι ὁ γείτονάς μου ἔβλεπε ὅτι κάτι ἄλλαξε στήν ζωή μου. Καί ἐπειδή αὐτή ἡ ἀλλαγή τόν ένδιέφερε κι αὐτόν, ἔλεγε: «Ρε παιδί μου κάτι τρέχει στήν ζωή σου. Τί  ἔγινε;». Κι ἔλεγα ᾿γῶ: «ἔγινα χριστιανός». Τότε καί αὐτός ἔλεγε: «θέλω νά γίνω κι ᾿γῶ χριστιανός». Καί τί γινότανε; Τόν ἔπερνα ἀπό τό χέρι καί τόν πήγαινα στόν Δεσπότη καί τοῦ ἔλεγα: «ἀναδέχομαι τήν εὐθύνη νά γίνει κι αὐτός μέλος τῆς Ἐκκλησίας». Ἐγγυόμουν, θά λέγαμε, ἐγώ (ἀνάδοχος σημαίνει ἐγγυητής) νά γίνει κάποιος χριστιανός. Ἀναδεχόμουνα τήν εὐθύνη τῆς δικῆς του πορείας. Καί κατ᾿ ἐπέκταση ὅτι ἐγώ ἀναλάμβανα καί νά τόν κατηχήσω ὡς ἕνα βαθμό. Πλήν τοῦ ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔκανε ἐπισήμως κατήχηση. Φαντάζεστε; Ὁ Πατριάρχης Ἰεροσολύμων Κύριλλος ἔχει γράψει κατηχήσεις πελώριες. Λέει ἡ Ἱστορία ὅτι ναός τῆς Ἀναστάσεως πού χωροῦσε 3000 ἀνθρώπους, γέμιζε κατηχουμένους ὅλο τόν χρόνο μέχρι νά ᾿ρθεῖ ἡ ὥρα τῆς βαπτίσεως. Καί τό νά γίνει ἕνας μέλος τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ὑπόθεση ὅλης τῆς Ἐκκλησίας.

Τώρα εἶναι ἰδιωτική ὑπόθεση. Ὅποτε ὁ γονιός ἀποφασίσει πάει καί βαφτίζει τό μωρό του καί ἡ Ἐκκλησία τό ἀγνοεῖ. Καί γι᾿ αὐτό εἴπαμε πρίν ὅτι ἡ Ἐκκλησία βιώνει τήν τραγωδία νά μή ξέρει τά μέλη της καί τί πορεία εἶχαν ἀπό τό βάπτισμα καί μετά. Μπορεῖ ὁ πιτσιρίκος νά μεγαλώσει καί νά μή πιστεύει τίποτα. Οὔτε στόν Χριστό, οὔτε στόν διάβολο, ὅπως λέμε ἁπλά. Ἀλλά ἐμεῖς νά τόν ἔχουμε γραμμένο στά χαρτιά μας ὅτι βαφτίστηκε καί ἄρα εἶναι χριστιανός. Καί ἀπό κεῖ καί μετά ἀρχίζουν ὅλες οἱ συγχύσεις καί ὅλα τά μπερδέματα.

Βαπτίζομαι σήμαινε πεθαίνω γιά ἕνα τρόπο ζωῆς. Γι᾿ αὐτό εἴπαμε πιό πρίν. Δέν ὑπάρχει πνευματική ζωή καί μή πνευματική ζωή. Ὑπάρχει ζωή μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία καί ζωή χωρίς τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία.

Ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἀποφάσιζε να γίνει χριστιανός, ἀποφάσιζε ὅτι θά ζεῖ μέ τόν Χριστό καί μέ τήν Ἐκκλησία. Μέ τόν τρόπο πού λέει ὁ Χριστός καί μέ τόν τρόπο τόν ὁποῖο βιοῖ ἡ Ἐκκλησία καί τά μέλη της. Αὐτό εἶναι πού εἴπαμε πιό πρίν. Ἔβλεπαν τήν ἀλλαγή κι ἤθελαν καί οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι νά ἀλλάξουν. Καί γινόνταν ἔτσι χριστιανοί. Καί ἡ Ἐκκλησία τούς βάφτιζε μιά ἡμέρα πού γινόταν ἡ Θεία Λειτουργία. Ὅπως καί τούς πάντρευε μιά μέρα που γινόταν ἡ Θεία Λειτουργία. Γι᾿ αὐτό τά δύο αὐτά μυστήρια, τό βάφτισμα καί ὁ γάμος ἀρχίζουν μέ τό εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός . Ἔχει μείνει ἡ Χειροτονία μέσα στήν Θεία Λειτουργία. Τά ἄλλα δύο μυστήρια, ὁ γάμος καί τό βάπτισμα, ἀποσπαστήκαν ἀπό τήν Λειτουργία. Κακῶς! Κάκιστα! Ἡ Εὐχαριστία συναρμόζει τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας μεταξύ τους.

Σήμερα τό νά εἶμαι ἤ νά μήν εἶμαι χριστιανός εἶναι ὑπόθεση δική μου. Αὐτή εἶναι ἡ οὐσιαστική ἀλλαγή, ἡ ἀλλοίωση, ἄν θέλετε, τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτό ὁ καθένας τώρα ἀξιολογεῖ τόν ἑαυτό του ὡς χριστιανό. Τό λέει μόνος του. Τό ἀποφασίζει μόνος του. Τό περιγράφει μόνος του. Δέν διανοήται, οὔτε καταλαβαίνει τί σημαίνει ἡ λέξη ἀφορισμός (ἀφορισμός σημαίνει: ἡ κατάσταση ἔχει ὅρια-σύνορα. Ἀφορισμός σημαίνει βγάζω κάποιον ἔξω ἀπό τά σύνορα). Ἔχει βγεῖ αὐτός μόνος του καί ἡ Ἐκκλησία οὐσιαστικά κάνει διαπιστωτική πράξη.  Ὅπως κάνει ὁ γιατρός διαπιστωτική πράξη γιά κάποιον πού πέθανε. Δέν πέθανε ὁ ἄνθρωπος ἐπειδή ἔγραψε ὁ γιατρός βεβαίωση θανάτου. Ἔχει πεθάνει ὁ ἄνθρωπος καί μετά γράφει ὁ γιατρός βεβαίωση θανάτου.  Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος βγεῖ ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ἐκκλησία τόν ἀφορίζει ὅπως λέμε. Αὐτά ἐμᾶς ἔχουν καταντήσει νά μᾶς εἶναι ἄγνωστες λέξεις. Ἐνῶ εἶναι αὐτονόητα. Ἄπαξ καί δέν εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας καί δέν πιστεύει στόν Χριστό, δέν θά πρέπει νά ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι χριστιανός. Ἄμα δέν πιστεύει τόν Χριστό Θεό καί δέν πιστεύει στήν Ἀνάσταση, ἀπό πού κι ὡς πού εἶναι χριστιανός; Τά ὑπόλοιπα ὅλα δέν εἶναι κουβεντολόι;

Βαφτίζομαι, λοιπόν, σημαίνει: πεθαίνω γιά ἕνα τρόπο ζωῆς. Τί σημαίνει αὐτό τό περιγράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μέ μιά πάρα πολύ ὡραία εἰκόνα. Ἔλεγε, λοιπόν: Τί μου λές ὅτι εἶσαι ἄνθρωπος ὅταν κλωτσᾶς σάν γαΐδαρος; Ὅταν εἶσαι λαίμαργος σάν ἀρκούδα; Ὅταν εἶσαι μνησίκακος σάν καμήλα; Ὅταν ἀρπάζεις σάν λύκος;  Ὅταν δαγκώνεις σάν σκορπιός;  Ὅταν εἶσαι ὕπουλος σάν ἀλεπού; Κι ὅταν ἔχεις δηλητήριο χειρότερο ἀπό τῆς ὀχιᾶς; Αὐτά εἶναι τά πράγματα γιά τά ὁποία οἱ ἄνθρωποι πεθαίνανε γινόμενοι Χριστιανοί. Πέθαινε ἀπό τό νά δαγκώνει, νά κλωτσάει, νά εἶναι μνησίκακος, νά λαιμαργεῖ, νά ἀρπάζει, νά εἶναι ὕπουλος, νά ἔχει δηλητήριο μές τήν ψυχή του. Ἤ τουλάχιστον αὐτό ἀποφάσιζε νά κάνει. Ὅταν λοιπόν αὐτό τό ἀποφάσιζε, ἀπό κεῖ καί μετά, μετά ἀπό μιά δοκιμασία κι ἁφοῦ συνειδητοποιοῦσε τί πιστεύει, ἀπό τήν διδασκαλία πού γινόταν στήν κατήχηση, ὁ ἄνθρωπος βαφτιζόταν. Δηλαδή, τόν βουτοῦσαν μέσα στά νερά τοῦ ἁγιασμοῦ, γιά νά ἀναγεννηθεῖ σ᾿ ἕνα καινούργιο τρόπο ζωῆς. Νά ἀποχτήσει τήν δυνατότητα τῆς μυστηριακῆς σχέσης μέ τήν Ἐκκλησία πού εἶναι τό μυστήριο-κιβωτός τῆς Σωτηρίας. Ἔξω ἀπό τήν ὁποία δέν ὑπάρχει σωτηρία.

Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: Τί ἐκάναμε στό βάπτισμα; Ταφήκαμε μαζί μέ τόν Χριστό, γιά νά ἀναστηθοῦμε μαζί του σέ ἕνα καινούργιο τρόπο ζωῆς. Πόσοι ἀπό μᾶς ἔχουν σαφῆ ἀντίληψη αὐτοῦ τοῦ γεγονότος; Οὔτε ἐμεῖς οἱ παπάδες μερικές φορές. Κι ἐμεῖς ἀκόμα ζούμε μέ ἕνα τρόπο πού εἶναι σάν νά μήν εἴχαμε βαφτιστεῖ ποτέ. Ὁ Χριστός εἶναι ὑπόδειγμα τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο ζεῖ ἡ Ἐκκλησία. Καί ὁ τρόπος πού ζεῖ ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Πάρα πολλές φορές βέβαια διεκδικοῦμε γιά τόν ἑαυτό μας τό ρόλο τοῦ ἀνήλικου. Μᾶς βολεύει. Θέλουμε ὁ παπᾶς ἤ ὁ Δεσπότης ἤ ὁ Πατριάρχης νά εἶναι ἄψογος τέλειος καί ἅγιος, οὔτως ὥστε ἐμεῖς τά ἀνήλικα νά βλέπουμε μονίμως παράδειγμα ζωῆς. Χρειάζεται νά εἶναι. Ἀλλά δέν πρέπει αὐτό νά γίνεται γιά μᾶς, δικαιολογία στό νά μήν ἀλλάξει ἡ κατάστασή μας ἤ νά θεωροῦμε δικαιολογημένη τήν κατάστασή μας. Πάρα πολλές φορές τό λάθος κάποιου λειτουργεῖ μέσα μας ὡς δικαιολογία στό νά μείνουμε ἐκεῖ πού εἴμαστε κι αὐτό εἶναι τό οὐσιαστικό μας λάθος. Πρέπει νά εἴμαστε ἐμεῖς οἱ παπάδες καλύτεροι. Ναί. Ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὅταν δέν εἴμαστε εἶναι δικαιολογία γιά κάποιον νά μήν εἶναι καί κεῖνος. Αὐτό μόνο σέ ἀνήλικους συμβαίνει. Τά παιδάκια χρειάζονται μονίμως ἕνα παράδειγμα γιά νά περπατήσουν κάθε βῆμα. Ὑποτίθεται ἕνας ἄνθρωπος πού ᾿χει γίνει χριστιανός καί εἶναι ἐνήλικας δέν χρειάζεται μονίμως ἕνα παράδειγμα. Χρειάζεται βοηθό. Ναί. Ἀλλά δέν χρειάζεται μονίμως ἕνα παράδειγμα.

Εἴπαμε λοιπόν ὅτι ζῶ μαζί μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία ἤ ζῶ χωρίς τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Βαφτίζομαι ἀποφασίζοντας νά ζῆσω μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Αὐτό δέ σημαίνει ὅτι μαγικά μέ ἀκούμπησε ἡ Κίρκη καί ἄλλαξαν τά πάντα μέσα μου. Ἡ ἀπόφαση νά γίνω χριστιανός δέν μέ ἔφτασε στό τέλος τῆς πορείας. Ἡ ἀρχή τῆς πορείας δέν εἶναι κατάληξη τῆς πορείας. Τό βάπτισμα δέν εἶναι ἁγιότητα διά μιᾶς. Αὐτό πάρα πολλές φορές συγχέουν οἱ ἄνθρωποι, ἐπειδή τούς δώσαμε καί μεῖς τέτοιες αὐταπάτες, καί λένε: καί πᾶς καί στήν Ἐκκλησία! Αὐτό δέν λέει τίποτα. Δείχνει ἁπλῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός δέν δούλεψε ποτέ μέ τόν ἑαυτό του, δέν κατάλαβε πόσο δύσκολο εἶναι νά μαζέψει κανείς τόν ἑαυτό του καί νά τόν βάλει στόν τρόπο ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας, καί γι᾿ αὐτό λέει εὔκολες κουβέντες. Ἀλλά τό πρόβλημα δέν εἶναι ἐκεῖ. Τό πρόβλημα εἶναι μέ μᾶς.

Ὅταν, λοιπόν, εἴμαστε μέσα στήν Ἐκκλησία , κι ἔχουμε βαφτιστεί, καί περίπου προσπαθοῦμε νά συνειδητοποιήσουμε αὐτά τά πράγματα, ἔρχεται κάποια στιγμή ἕνα δίλημμα: Νά κάνω αὐτό ἤ νά κάνω τό ἄλλο. Τό δίλημμα ἔρχεται μές στήν ψυχή μας ὡς μία πρόταση. Σάν ἕνα βέλος θά λέγαμε πού μᾶς στοχεύει ποῦ; Ἐκεῖ πού πονᾶμε. Ἐκεῖ πού ἄν ἀκουμπήσεις μιά χορδή θ᾿ ἀρχίσει νά βγάζει ἕνα ἤχο. Σ᾿ ὅποια θέματα: ἄλλος στήν κακία, ἄλλος στόν φθόνο, ἄλλος στά σωματικά, ἄλλος στά ψυχικά πάθη. Ἔρχεται λοιπόν ἕνα δίλημμα: Νά κάνω ἤ νά μή κάνω κάτι. Κι ἐπειδή δέ μάθαμε ποτέ μας νά ἀγωνιζόμαστε καί δέν ξέρουμε μέ σαφήνεια ὅτι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἐξασφάλιση ἐκεινοῦ, ἀλλά εἶναι ζωή δική μας, ἀποφασίζουμε τό λάθος.

Καί κάνουμε τήν ἁμαρτία. Ἁμαρτία τί σημαίνει; Σημαίνει ὅτι ἀποφάσισα νά κάνω κάτι πού δέν τό κάνει ὁ Χριστός. Δηλαδή. Ἄμα ὁ Χριστός εἶναι ζωή καί κάτι δέν τό κάνει, ἐγώ κάνοντάς το, ἀρνοῦμαι τήν ζωή. Ἄμα δέν ξεκαθαρίσει μέσα στήν ψυχή μας αὐτό, δέν θά καταλάβουμε ποτέ πόσο οὐσιαστικό γεγονός εἶναι ἡ ἁμαρτία καί πόσο μᾶς ζημιώνει. Τίς περισσότερες φορές τήν ἁμαρτία τήν φανταζόμαστε ὅπως τόν κώδικα ὁδικῆς κυκλοφορίας, δηλαδή περνάμε καμμιά φορά σέ λάθος δρόμο ἤ μέ πράσινο ἤ μέ κόκκινο δέν ξέρω ᾿γῶ ἀναλόγως, καί κάναμε μιά παράβαση. Μά ἡ ἁμαρτία δέν εἶναι μιά παράβαση ἑνός κώδικα, εἶναι ἀλλοίωση τῆς ζωῆς, γι᾿ αὐτό εἶπα πιό πρίν ὁ Χριστός ζεῖ μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο, ἐμεῖς κάνουμε κάτι ἄλλο πού δέν εἶναι αὐτό, ἄρα δέν ἔχουμε ζωή. Ἄρα ἡ ἁμαρτία τί εἶναι; Θάνατος. Αὐτό βέβαια ἐπειδή δέν ἔχει βιολογικά ἀποτελέσματα καί μεῖς μονάχα τά βιολογικά μετρᾶμε δέν τό ἀντιλαμβανόμαστε. Γιατί πάρα πολλές φορές ἐμεῖς μή ἐμπιστευόμενοι τόν λόγο Του ἔχουμε μονάχα ἐμπιστοσύνη σ᾿ αὐτά πού ὑποτίθεται βλέπουμε. Κι ὁ Χριστός κάνει συγκατάβαση στήν κατάσταση μας καί κάνει ἕνα θαῦμα σωματικά ἐντυπωσιακό (θεραπεία τοῦ Παραλύτου) γιά νά πιστοῦν οἱ ἄνθρωποι ὅτι τοῦ εἶχε προηγουμένως συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες. Καί ὁ Θεός συγχώρησε πρῶτα τίς ἁμαρτίες γιά νά καταλάβουμε ὅτι εἶναι βαρύτερο γεγονός ἡ ψυχική παράλυση ἀπό τήν σωματική. Ἐπειδή, λοιπόν, ἐμεῖς δέν βλέπουμε τό ἀποτέλεσμα τοῦ θανάτου, πού φέρνει στήν ψυχή μας ἡ ἁμαρτία, δέν μποροῦμε νά τό ζυγιάσουμε. Καί τό βλέπουμε ἐντελῶς ἀδιάφορα (καλά, ναί! . Ἔκανα λάθος… ἤ τί νά κάνεις ἄνθρωπος εἶσαι). Ἀπό κεῖ καί μετά τά πράγματα λειτουργοῦν ἐντελῶς στραβά.

Παλιότερα ἡ σχέση ἑνός ἀνθρώπου μέ τήν Ἐκκλησία δήλωνε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ζωή καί ὁ τρόπος της εἶναι κι ἐκεῖνος τρόπος ζωή. Γι᾿ αὐτό ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἔκανε μιά ἁμαρτία ὁ πνευματικός, ὁ πρεσβύτερος τῆς μετανοίας ὅπως λεγόταν τότε, τί τοῦ ἔβαζε ὡς ἐπιτίμιο; Τοῦ ἔβαζε τό ἐπιτίμιο νά μή κοινωνήσει (ποιόν ἄνθρωπο ἀπασχολεῖ σήμερα τό νά μην κοινωνήσει; Μήπως καί τό ἀντιμετωπίζει καί ψιλοειρωνικά. Ἔ! Καλά μήπως καί μεταλαβαίνω; Μιά φορά τό χρόνο. Κι ἄν μοῦ ἀπαγορεύσεις νά μεταλάβω, χάθηκε ὁ κόσμος. Τοῦ χρόνου. Καλά νά εἴμαστε θά μεταλάβω τόν ἄλλο χρόνο). Εἴδατε πῶς ἔρχεται σιγά σιγά ἡ ἀλλοίωση καί τό ξέκομμα. Χριστιανός σήμαινε ἕνας ἄνθρωπος πού γιόρταζε τήν Ἀνάσταση κάθε Κυριακή· πήγαινε στήν Εὐχαριστία καί μετείχε στήν Εὐχαριστία· κι ἄν δέν πήγαινε τρεῖς φορές, χωρίς λόγο ὑγείας, ἡ Ἐκκλησία τόν ἀπέκοπτε ἀπό τό σῶμα της. Ποιόν ἀπασχολεῖ ἀπό μᾶς αὐτό τό θέμα τώρα; Ἀκόμα περισσότερο, ποιόν ἀπασχολεῖ τό γεγονός ὅτι τοῦ λέει ὁ πνευματικός μετά ἀπό μιά τέτοια ἁμαρτία δέν θα κοινωνήσει; Σάμπως κοινωνοῦσε πρίν, γιά νά μην κοινωνήσει μετά;

Συνεπῶς ἡ οὐσιαστική σχέση καί ἐκδήλωση ἦταν: Ὑπάρχουν οἱ προϋποθέσεις τοῦ τρόπου ζωῆς και αὐτός ὁ τρόπος ζωῆς ἐκφράζεται μέ τήν μετοχή στήν Εὐχαριστία. Ὁ Χριστός εἶναι ζωή. Κοινωνόντας τί κάνουμε; Ἀποχτᾶμε ζωή καί μεῖς. Γι᾿ αὐτό ἡ ἁμαρτία μέ ἀποκόπτει ἀπό τήν ζωή καί ἐκδήλωση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ πνευματικός βάζει ἐπιτίμιο τό νά μή κοινωνήσω γιά ἕνα διάστημα. Καί μπαίνει τό θέμα: πόσο μᾶς πονάει αὐτό; Ἤ πόσο μᾶς ἀπασχολεῖ; Ἀφοῦ δέν ὑπάρχουν ὅλα τά προηγούμενα εἶναι μοιραίο νά μή μᾶς ἀπασχολεῖ καθόλου. Δέν ὑπάρχει ὁ Χριστός ὡς ζωή· ὁ ἄλλος τρόπος ζωῆς· δέν ὑπάρχει Εὐχαριστία στή ζωή μας· δέν ὑπάρχει Ἀνάσταση τήν Κυριακή· τίς περισσότερες φορές ἀκόμη καί τά παιδιά μας γιά νά τά πείσουμε νά πάνε στήν Ἐκκλησία τούς λέμε ὅτι «πρέπει νά πᾶνε». Τί σημαίνει πρέπει; Γιατί πρέπει; Ἄμα δέν συνειδητοποιήσει ἀκριβώς αὐτό τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως στήν καθημερινότητα, γιατί θά πάει στήν Ἐκκλησία; Καί θά τό δεῖ, εἴπαμε στήν ἀρχή, στό πρόσωπο κάποιου ἄλλου. Αὐτοῦ πού τοῦ προτείνει τό νά πάει τήν Κυριακή στήν Ἐκκλησία.

Πηγή: Πάτερ Θεοδόσιος Μαρτζούχος