Ο Θεός παρέχει την λύτρωση των αμαρτιών με μεγάλη ευκολία και απλότητα αρκεί να καταθέσει ο άνθρωπος την μετάνοιά του. Δεν υπάρχει αμαρτία που να μην μπορεί να την συγχωρήσει. Πέλαγος είναι η αγάπη Του. Κι αν είναι κάρβουνο αναμμένο, το ρίχνεις στην θάλασσα του ελέους του Θεού και σβήνει. «Τούτο λέγει και ο Κύριος· εξομολόγησίν μοι δος και δάκρυον και μετάνοιαν, και τα άλλα από της εμής φιλανθρωπίας δωρούμαί σοι» (Ιω. Δαμασκηνός). Η συγχώρηση του ανθρώπου εξαρτάται καθαρά από την μετάνοιά του, και όσο πιο δυνατή είναι, τόσο πιο μεγάλη γίνεται και η χαρά της λύτρωσης, «οξεία η μετάνοια, οξυτέρα και η συγχώρησις» (Ιω. Δαμασκηνός).
Διδάσκοντας την αγάπη του Θεού
Η απελπισία και η απόγνωση είναι πνευματική αυτοκτονία και έρχεται αμείλικτα σ’ αυτούς που δεν ένιωσαν την αγάπη του Χριστού. Κι αυτό υπάρχει επειδή δεν την διδάχτηκαν και γιατί ο εγωισμός των δεν τους άφησε να την δουν. Πολλές φορές η αγωγή που δίδεται στα παιδιά από την μικρή ηλικία είναι η γνώση ενός Θεού που τιμωρεί τις κακές πράξεις σαν ένας σκληρός υπάλληλος του ουρανού που περιμένει την ώρα του λάθους για να επέμβει διά της σπάθης του. Η αγάπη του Θεού έχει λησμονηθεί να διδάσκεται και ο Θεός δεν προβάλλεται ως ο πατέρας των μετανοούντων. Η μεγάλη αμαρτία είναι πως oι άνθρωποι έχουν υποβιβάσει τον Θεό στα μέτρα τους και τον θέλουν να είναι το φόβητρο, που θα βάζει τάξη και θα επαναφέρει στην τάξη και θα τιμωρεί τα άτακτα παιδιά και θα τους εξαναγκάζει να είναι τα καλά παιδιά. Πολλές φορές η αγωγή αυτή δημιουργεί αμαρτωλοφοβικούς και ενοχικούς και ψεύτες ανθρώπους και όχι μετανοούντας, υπεύθυνους των λαθών τους και ειλικρινείς.
Και πώς ένας νέος να ζήσει την μετάνοιά του, όταν από μικρός δεν γνώρισε το Μυστήριο της Εξομολογήσεως; Και το κυριότερο, πώς να πλησιάσει στην ελπίδα της αγάπης του Θεού και της αποδοχής Του, όταν oι ιερείς και εξομολόγοι εκφράζουν έναν σκληρό καταναγκαστικό τρόπο κοινωνίας Θεού και τους κανόνες και τα επιτίμια τα κάνουν σπαθί που το κραδαίνουν φοβικά πάνω από τα κεφάλια τους; Εκφράζουν έναν Θεό που πάντοτε βιάζεται για να προλάβει την στημένη ουρά των ανθρώπων που στέκεται απ’ έξω από το εξομολογητήριο, που μοιράζει επιτίμια και απαγορεύσεις στην Θεία Κοινωνία και επιβάλλει δυσβάστακτα φορτία κανονισμών και χρεωστικών καλών πράξεων. Και το χειρότερο για τον εξομολογούμενο είναι που δεν του μένει χρόνος να μιλήσει, να κλάψει και να ακούσει και να γευτεί την αγάπη και την αγκάλη του Θεού.
Μέσα στους ανθρώπους πλανιέται η αίσθηση ότι το εξομολογητήριο είναι το δικαστήριο και το ανακριτικό γραφείο του Θεού, όπου πρέπει να αποδώσει λογαριασμό και να τιμωρηθεί δεόντως διά των κανόνων. Φοβάται ο αμαρτωλός την σπάθη που κραδαίνεται πάνω από το κεφάλι του και κυρίως την αποπομπή του από την Θεία Κοινωνία. Και είναι τραγικό πως δεν έχει μάθει να μετανοεί με τους τρόπους που η Εκκλησία προτείνει. Πιο εύκολα ο Πνευματικός αποπέμπει τον αμαρτωλό και του επιβάλλει την αποχή από το Θείο Μυστήριο, παρά προσπαθεί να του μάθει εν καθαρότητι να κοινωνεί συνεχώς των Αχράντων Μυστηρίων. Πιο εύκολα τον τιμωρεί παρά τον γλυκαίνει με πόθο και μετάνοια στην κοινωνία του με το Θείο Μυστήριο. Έμμεσα δίδεται η εντύπωση και η αγωγή ότι, για να κοινωνά κανείς, πρέπει να έχει επιτύχει μία αγιότητα ή μία τελειότητα και αυτό επιτυγχάνεται μόνο λίγες φορές τον χρόνο με την σκληρή νηστεία και άσκηση. Όμως η Θεία Κοινωνία ανήκει σ’ όλους τους βαθιά μετανοημένους, που εκζητούν τον Κύριο με πόθο.
Τα κριτήρια της συμμετοχής του χριστιανού στο άγιο Μυστήριο είναι ο φόβος και ο πόθος που κατέχουν την καρδιά και είναι μόνο αυτά που καθιστούν τον άνθρωπο ικανό για να κοινωνήσει. Στις ημέρες των εορτών ο Ιερός Χρυσόστομος με αγωνιώδη φωνή κήρυττε να μην κοινωνήσει κανείς αμετανόητος. «Κανένας αμαρτωλός να μην πλησιάσει στην Θεία Κοινωνία, αλλά καλύτερα να μην πω κανείς αμαρτωλός, διότι πρώτα-πρώτα τον εαυτό μου απομακρύνω από την Θεία Τράπεζα· αλλά κανείς που μένει αμαρτωλός να μην πλησιάσει» (Ιερός Χρυσόστομος, Εκδ. Διώτη, 34, 187-188).
Μέσα στο σώμα του Χριστού χωρούν και υπάρχουν όλοι oι πιστοί ανεξαρτήτως βαθμού αγιότητος. Στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας ενωνόμαστε με το Σώμα του Χριστού όλοι οι πιστοί. Ένα ανθρώπινο σώμα δεν αποτελείται από ένα μόνο μέλος, αλλά από πολλά και κάθε μέλος επιτελεί την δική του ταπεινή λειτουργία και δεν γίνεται διάκριση, σε κατώτερα και ανώτερα, σε αποβλητέα και αποδεκτέα μέλη, ασθενέστερα και ατιμότερα, ασχήμονα και ευσχήμονα (Α’ Κορινθ. 12, 23). Το μόνο εσωτερικό εφόδιο που εγκεντρίζει (Ρωμ. 11, 17) τον πιστό στο Σώμα του Χριστού με την Θεία Κοινωνία είναι να ζει μέσα του αυτός ο διπλός πλούτος, τα δύο μυστήρια της καρδιάς του, η μετάνοια (φόβος Θεού) και ο θείος έρωτας (πόθος Θεού). Έτσι, όταν υπάρχει η αληθινή αυτή μετάνοια και ο πόθος, δικαιούται ο πιστός να ζει την συνεχή Θεία Κοινωνία. Ο πιστός χριστιανός δεν πηγαίνει στην Θεία Λειτουργία για να ηρεμήσει και να ευφρανθεί από τα καλλικέλαδα ακούσματα, ούτε και μόνο για να προσευχηθεί, αλλά κατά κύριο λόγο για να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και να ενωθεί έτσι με τον Χριστό και να γίνει ένα Σώμα Χριστού με τους αδελφούς. Είναι ο μόνος λόγος και στόχος του εκκλησιασμού του.
Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει ότι είναι πιο εύκολα να ξεριζώσεις τα πάθη σου με τον θείο έρωτα, που, όταν χρονίζει στην καρδιά του ανθρώπου, σαν φωτιά τα μαραίνει και τα κατατρώγει, παρά να ασχολείσαι με ένα ανελέητο αγχώδες κυνηγητό και μια ευσεβιστική στάση για την αποπομπή και το ξερίζωμά των. Ένα ανεπιθύμητο δένδρο δεν ξεριζώνεται εύκολα με τα χέρια, είναι ματαιοπονία και ματώνει ο άνθρωπος, όμως ο ήλιος μπορεί με τον καιρό να το μαράνει καθώς μένει απότιστο. Η αγάπη του Χριστού, όταν μπει μέσα στην καρδιά του πιστού, είναι σαν τον ήλιο που καθαρίζει και αγιάζει και φωτίζει. Είναι αυτό που και ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέγει:«έρως έρωτι νικάται». Ο έρωτας των παθών νικιέται με τον έρωτα του Θεού. Ο μοναδικός δρόμος του πιστού είναι να μαθαίνει να πορεύεται με την συνεχή Θεία Κοινωνία παρά με μία νευρωτική και φοβική αποχή και καθωσπρεπιστικό αγώνα τελειότητας. Η Εκκλησία του Χριστού δεν έχει στόχο στην αγωγή της να μιλά για τις καλές πράξεις, που αναδεικνύουν σε καλό άνθρωπο τον πιστό, αλλά για την αγάπη στον Θεό που τον κάνει μέλος του Σώματός Του. Ο Χριστός δεν ήρθε να κάνει καλούς ανθρώπους, αλλά πιστούς που να Τον αγαπούν και να ενώνονται στο Σώμα Του. Δεν ήρθε να κάνει άλλη μία θρησκεία αλλά μία οικογένεια, την Εκκλησία. Δεν ήρθε για να κάνει ανθρώπους νευρωτικούς και φοβικούς και ενοχικούς με μόνιμη έγνοια για τον μόνιμο ορατό εχθρό, την αμαρτία, αλλά να κάνει ελεύθερους και γλυκείς στην αγάπη τους στον Θεό χριστιανούς. Ο αγώνας του χριστιανού δεν είναι να αποβάλλει νευρωτικά από πάνω του την αμαρτία, αλλά να αγαπήσει παράφορα τον Θεό. Η αμαρτία δεν έχει καμία δύναμη, αν με την ταπείνωσή του ο άνθρωπος ζει καθημερινά την μετάνοιά του. Κύριος στόχος είναι ο θείος έρωτας που έρχεται με την προσευχή και την συνεχή Θεία Κοινωνία καθώς η χριστιανική πίστη δεν είναι ένα συνταγολόγιο καλών πράξεων.
Είναι προτιμότερο να συνδέσουμε τα παιδιά και τους νέους με την Θεία Ευχαριστία και την προσευχή και τον λόγο του Θεού και με πνευματικό Πατέρα, διότι δένονται έτσι με την Εκκλησία, παρά να τους επιβάλλουμε να κάνουν καλές πράξεις και να είναι τα καλά παιδιά για τα μάτια του κόσμου. Δυστυχώς όμως πολλά παιδιά στο σπίτι τους ακούνε και βλέπουν την αμφισβήτηση της Εκκλησίας και ζουν την πνευματική σχιζοφρένεια των γονέων τους, που άλλα διδάσκουν και άλλα κάνουν. Σήμερα oι γονείς θέλουν τα παιδιά τους να είναι καλά, αλλά όχι πιστά, να μην τους δημιουργούν προβλήματα και να τους δοξάζουν με την κοινωνική τους πρόοδο. Να αγαπούν τον Θεό για να είναι καλά και να μην παρασυρθούν, αλλά να μην είναι και τόσο κοντά στην Εκκλησία με πνευματική ζωή. Γι’ αυτό και προωθούν στα παιδιά μία ψιλή θρησκευτική σχέση με τον Θεό, καθαρά τυπική και καταναγκαστική με μία επιβολή νηστειών και την Θεία Κοινωνία των μεγάλων εορτών. Ο Θεός είναι ο τιμωρός στα λάθη τους και ο καλός Θεός που τους ευλογεί στις καλές πράξεις των, απομακρύνεται και πλησιάζει αναλόγως με τις πράξεις των, που και μαγικά τους βοηθά, όταν του ανάψουν ένα κερί στην δυσκολία του άγχους των εξετάσεων. Όμως όποιος δεν έχει την Εκκλησία μητέρα δεν έχει τον Θεό πατέρα. Αυτά πάνε μόνο μαζί και τα άλλα σχήματα δεν είναι πίστη, αλλά θρησκευτικό βόλεμα. Ο Θεός είναι ο μόνος αιώνια αμετακίνητος στην αγάπη Του και ο άνθρωπος είναι ο μόνος που φεύγει ή κοντεύει τον Θεό. Ο Θεός αγαπά τον αμαρτωλό και τον δίκαιο, είναι πατέρας για όλους ασχέτως των αμαρτιών των, δεν ήρθε για να δικάσει τον κόσμο, αλλά για να τον σώσει και χαίρεται με την μετάνοια του αμαρτωλού. Πολύ χαρακτηριστικά αφήνει τον προσωπικό του λόγο ο Θεός στους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης για να κηρύξουν την ελπίδα της μετανοίας στον λαό του Ισραήλ:
«Θεός εγγίζων εγώ ειμί, λέγει Κύριος, και ουχί πόρρωθεν» (Ιερεμίας 23, 23). «Ζω εγώ, τάδε λέγει Κύριος, ου βούλομαι τον θάνατον του ασεβους ως το αποστρέψαι τον ασεβή από της οδού αυτού και ζην αυτόν» (Ιεζεκιήλ 33, 11).
Με την θρησκευτική αγωγή του ανελέητου κανονισμού, των επιτιμίων και του καθωσπρεπισμού των καλών πράξεων αφαιρούμε την ελεύθερη αγαπητική σχέση των ανθρώπων με τον Θεό ωθώντας τους σε ένα φόβο αγάπης και ένα άγχος παρουσίας των ενώπιον Θεού. Και στην θέση αυτών βάζουμε το νομικίστικο πνεύμα των γραμματέων και Φαρισαίων της εποχής του Χριστού μας. Αυτό το μήνυμα θέλει να δώσει ο ευαγγελιστής Ιωάννης με τα λόγια του «φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη, αλλ’ η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον, ότι ο φόβος κόλασιν έχει, ο δε φοβούμενος ου τετελείωται εν τη αγάπη. Ημείς αγαπώμεν αυτόν, ότι αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α’ Ιω. 4, 18).
Και η απελπισία φυτρώνει εκεί που η αγάπη παγώνει και οι κανόνες επιβάλλουν νόμο. Και η απελπισία απλώνεται εκεί, που oι κανόνες γίνονται κανόνια. Και η απελπισία επισκέπτεται εκεί που η νομικίστικη νοοτροπία και ο καθωσπρεπισμός γίνονται έκφραση χριστιανικής ζωής.
Και ποιος θα μάθει την αγάπη του Θεού στους ανθρώπους; Είναι θέμα αγωγής πρώτα διά του λόγου και της διδασκαλίας και δεύτερον διά της αγάπης και του παραδείγματος. Οφείλουμε να διδάξουμε την αγάπη του Θεού για να μην εισέλθει ποτέ ο θάνατος της απελπισίας. Και οφείλουμε να δείξουμε τους δρόμους της μετανοίας για να έρθει η λύτρωση και η ελπίδα της σωτηρίας. Είναι το πρώτο και σημαντικό μάθημα η αγάπη του Θεού και η μετάνοια του ανθρώπου. Στην συνεργασία για την σωτηρία του ανθρώπου η κάθε πλευρά καταθέτει και το ανάλογο της καρδιάς της. Πόσο αναγκαίο είναι να μάθουμε τους αληθινούς δρόμους της μετανοίας για να ξήσουμε την ολόκληρη μετάνοια και όχι την τακτοποίηση απλά μόνο των αμαρτωλοφοβικών και ενοχικών αισθημάτων με την ψευδή αίσθηση, του δικαιωμένου και αγίου.
Επιπλέον, η αγάπη του Θεού διδάσκεται στους ανθρώπους από την ζωή των πιστών και την εν γένει συμπεριφορά τους απέναντι στους αμαρτωλούς. Είναι γινωσκομένη και αναγινωσκομένη στα πρόσωπα των πιστών η αγάπη του Θεού. Οι άνθρωποι δεν θα πάρουν ποτέ την Αγία Γραφή για να την διαβάσουν και ούτε θα έρθουν να ακούσουν το κήρυγμα στην Εκκλησία και να γευτούν την Θεία Λειτουργία, κι όλα αυτά από μία προκατάληψη και αρνητισμό. Όμως θα διαβάσουν επιμελώς την αγάπη του Θεού στο πρόσωπο των πιστών και στην ζωή των, γιατί αυτός είναι ο ζων λόγος και το πρακτικό Ευαγγέλιο. Τον Θεό θα τον γνωρίσουν από την δική μας αγάπη, την αληθινή και της θυσίας. Το πλησίασμά μας στους άλλους δεν είναι για να τους φυτέψουμε την ενοχικότητα και τον φόβο του τιμωρού Θεού, ούτε και να τους επιτιμήσουμε φαρισαϊκά για τις αμαρτίες των, αλλά για να τους δείξουμε τον δρόμο του Κυρίου και της αγάπης Του. Ο άγιος Μακάριος πορευόμενος μαζί με έναν υποτακτικό του για την Σκήτη του τού πρότεινε να απομακρυνθούν σε μία μεγάλη απόσταση δρόμου, ώστε να προσεύχονται αναπόσπαστα. Ο υποτακτικός συνάντησε έναν ειδωλολάτρη να τρέχει και τον ήλεγξε με βαριά λόγια, τον κορόιδεψε και τον περιφρόνησε γι’ αυτό που ήταν. Τότε ο ειδωλολάτρης όρμησε και τον τσάκισε στο ξύλο αφήνοντάς τον μισοπεθαμένο. Παρακάτω συναντιέται με τον Άγιο Μακάριο και χωρίς αυτός να ξέρει τι έχει προηγηθεί τον χαιρετά με πολλή αγάπη και καλό τρόπο. Ο ειδωλολάτρης θέλχτηκε τόσο πολύ από την γλυκύτητα και την αγάπη του που γονάτισε και ζήτησε την βοήθειά του και οδηγήθηκε στην μετάνοια και στην χαρά του Βαπτίσματος. Άλλος ήταν ο τρόπος του ενός και άλλος ο τρόπος του άλλου. Τα λόγια μας και η ζωή μας εκφράζουν και περιγράφουν το πρόσωπο του Θεού. Είναι αλήθεια πως η αγάπη του Θεού διδάσκεται και εμπνέεται στους άλλους από την αγάπη που εμείς oι ίδιοι έχουμε. Και πόσο αδικούμε την αγάπη του Θεού με την δική μας φαρισαϊκή αγάπη και σκληρή κατάκριση των αμαρτωλών… Όντως «το γαρ όνομα του Θεού δι’ υμάς βλασφημείται εν τοις έθνεσιν» (Ρωμ. 2, 24). Το μέγεθος και η γνησιότητα της δικής μας αγάπης θα δώσει την περιγραφή της αγάπης του Θεού και θα τους θέλξει στην μετάνοια και την χαρά Του. Σαν κάποιον που έλεγε «Θεέ μου, με πόση καλοσύνη προικίζεις τους ανθρώπους σου… για να σε βλέπουμε». Λατρεία διαβόλου – παραφροσύνη – εθελοκακία
Ο φόβος του ανθρώπου να πλησιάσει τον Θεό για μία τακτοποίηση των λαθών του και η απελπισία τού εαυτού του είναι ο χειρότερος εχθρός της μετανοίας και της ψυχικής υγείας. Είναι μία καθαρή αυτοκτονία. Όντως αυτός που απελπίζεται τον διάβολο λατρεύει. Και, όπως λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος, ο διάβολος δεν χαίρεται τόσο με την αμαρτία όσο με την απελπισία. Με τον τρόπο αυτόν τον κατέχει και τον διαλύει ολοκληρωτικά. Οι άνθρωποι που φτάνουν στην απελπισία ποτέ τους δεν ζητούν βοήθεια. Θέλει πολλή ταπείνωση για να πλησιάσουν την βοήθεια και να την ζητήσουν από τον Θεό. Πνιγμένοι μέσα στον εαυτό τους μόνιμα μονολογούν και μεγαλοποιούν και καταδικάζουν την ψυχή τους. Ο εγωισμός δεν τους αφήνει να αποδεχτούν την πραγματικότητα και να ζητήσουν την συγχώρηση. Και τότε, μετά από την απελπισία έρχεται σαν σκληρή αρρώστια η κατάθλιψη.
Κάπως έτσι ερμηνεύει το φαινόμενο και ο Ιερός Χρυσόστομος λέγοντας ότι η απελπισία οδηγεί σταδιακά στα εξής τρία κακά:
– κλείνει τις πύλες του παραδείσου,
– οδηγεί σε χειρότερη πνευματική. Αθλιότητα και καταφρόνηση
– και το χειρότερο, ρίχνει τον άνθρωπο σε σατανική τρέλα.
Πιο πρακτικά ο Ιερός Πατήρ αναφέρεται στο θέμα αυτό στις κάτωθι παραθέσεις χωρίων του.
«Το να απελπιζόμαστε δεν έχει μόνο αυτό το κακό, ότι δηλ. μας κλείνει τις πύλες της πόλεως εκείνης και σε μεγαλύτερη ραθυμία και καταφρόνηση μας οδηγεί, αλλά κυρίως ότι μας εμβάλλει σε σατανική τρέλα. Διότι και ο διάβολος από πουθενά αλλού δεν έγινε τέτοιος, παρά από το ότι προηγουμένως απελπίστηκε και μετά από την απελπισία έπεσε στην τρέλα… και όπως ακριβώς oι τρελοί, όταν ξεφύγουν από την υγιή κατάσταση, τίποτε δεν φοβούνται και ούτε ντρέπονται, αλλά άφοβα όλα τα τολμούν, ακόμη κι αν πρόκειται να πέσουν στην φωτιά ή στο πέλαγος ή στο γκρεμό· έτσι και αυτοί, που έχουν καταληφθεί από την παραφροσύνη της απελπισίας, γίνονται ασυγκράτητοι, ζώντας σε κάθε βήμα τους την κακία, κι αν δεν έρθει ο θάνατος να τους ανακόψει απ’ αυτήν την μανία και την φθορά, μύρια κακά εργάζονται. Το να πέσει κανείς δεν είναι κακό, αλλά το να μένει κανείς πεσμένος και να μη σηκώνεται, και το να εθελοκακεί και να βλακεύει και με τους λογισμούς της απελπισίας να αποκρύπτει την ασθένεια της προαιρέσεως. Δεν είναι το πλήθος των αμαρτημάτων που σπρώχνει στην απελπισία, αλλά το να έχει κανείς την ψυχή του ασεβή. Ποτέ να μην απελπιζόμαστε. Δεν υπάρχει πιο ισχυρό όπλο στο διάβολο απ’ ό,τι η απελπισία· γι’ αυτό δεν τον χαροποιούμε τόσο με το να αμαρτάνουμε, όσο με το να απελπιζόμαστε. Γνωρίζοντας εμείς αυτά ούτε να απελπιστούμε, αλλά ούτε και να ραθυμήσουμε· και τα δύο είναι ολέθρια. Διότι η μεν απελπισία δεν αφήνει τον πεσμένο να αναστηθεί, η δε αμέλεια κάνει τον όρθιο να πέσει· εκείνη συνηθίζει να αποστερεί τα κερδισμένα αγαθά, αυτή δεν αφήνει να απαλλαγεί από τα επικείμενα κακά· και η μεν αμέλεια τον γκρεμίζει κι απ’ αυτόν τον ουρανό, η δε απελπισία τον βυθίζει σ’ αυτήν την άβυσσο της κακίας, όπως ακριβώς και το να μην απελπιστεί κι από εκεί ακόμη μπορεί να ξεφύγει. Σκέψου την δύναμη και των δύο· ο διάβολος ήταν αγαθός πριν· ραθύμησε όμως και με την απελπισία του έπεσε σε μεγάλη κακία, ώστε να μην μπορεί ξανά να αναστηθεί· ότι ήταν αγαθός, άκουσε τι λέγει· είδα τον Σατανά να πέφτει σαν αστραπή από τον ουρανό. Η συμβολική εικόνα της αστραπής δείχνει και το φωτεινό της προηγούμενης ζωής του, αλλά και την τραγικότητα της πτώσης του…».
Στα κείμενα αυτά του Ιερού Χρυσοστόμου παρατηρούμε κάποιες λέξεις κλειδιά που πραγματικά περιγράφουν την ψυχολογική απορρύθμιση του αμαρτάνοντος και ευρισκομένου σε απελπισία, όπως: απόνοια, μαινόμενοι, μανία, παραφροσύνη, βλακεύοντα, εθελοκακούντα, απόγνωσις. Όλα αυτά είναι περιγραφικά του πνευματικού θανάτου και της ψυχολογικής απορρυθμίσεως. Η απελπισία είναι ο χειρότερος εχθρός του ανθρώπου και η μείζων αμαρτία, διότι αποκλείει την ελπίδα και φέρει την ψυχική διάλυση. Η απόγνωση είναι το καλύτερο όπλο πολέμου του πονηρού για να καταβάλλει και ψυχολογικά να διαλύει την προσωπικότητα του ανθρώπου. Καταρρίπτει έμμεσα “τον πατέρα τον εν τοις ουρανοίς” στην καρδιά του πιστού, επιβάλλει μία απέραντη μοναξιά και εγκαθιστά έμμονες ιδέες ενοχικές και απόρριψης εαυτού. Ο διάβολος είναι αυτός που πρώτος έπεσε στην απελπισία και μετά οδηγήθηκε στην απόνοια και την τρέλα και γνωρίζει εξ ιδίων τον πονηρό αυτό πόλεμο. «Και γαρ και ο διάβολος ουδαμόθεν ετέρωθεν τοιούτος εγένετο, αλλ’ η από του πρότερον μεν απογνώναι, ύστερον δε εκ της απογνώσεως εις απόνοιαν εμπεσείν» (Ιερός Χρυσόστομος).
Πρέπει ο άνθρωπος να γνωρίζει την τεχνική του πολέμου του διαβόλου που είναι ένα χονδροειδές πνεύμα και παντού εμβάλλει την απελπισία για να κερδίσει τον αιώνιο θάνατο. Ο απ. Παύλος προτρέπει να ασφαλιστούμε με την γνώση των μεθοδειών του εχθρού για να μπορέσουμε να παλέψουμε στον πόλεμο αυτό. «Ενδύσασθε την πανοπλίαν του Θεού προς το δύνασθαι υμάς στήναι προς τας αρχάς και τας μεθοδείας του διαβόλου» (Εφ. 6, 11).
Κι αν η αγάπη του Θεού είναι τόσο μεγάλη, τότε πώς μπορεί ο άνθρωπος να αφήνει την απελπισία να εισχωρήσει μέσα του και να τον διαλύσει; Και έχει την ευθύνη, διότι επιτρέπει με τον εγωισμό του να υπάρχει το καθεστώς αυτό. Είναι μόνον αυτό που πραγματικά εισχωρεί στον άνθρωπο και τον διαλύει και τον αποτρέπει από την αληθινή μετάνοια. Υπάρχει μία κίνηση ελευθερίας σωτήρια. Είναι ο δρόμος της μετανοίας και της ταπείνωσης. Όμως ο άνθρωπος προτιμά την απελπισία, παρόλο που ξέρει την αγάπη του Θεού και τον δρόμο της εσωτερικής ελευθερίας. Αιτία βασική των συγχρόνων ψυχικών ασθενειών είναι η απελπισία του ανθρώπου μετά την αμαρτία. Είναι κατάσταση που ο ίδιος ο άνθρωπος επιλέγει, που “εθελοκακεί” και “βλακεύει” και αυτό είναι θάνατος και αυτοκτονία πνευματική.
Παρήγορος ακούγεται ο λόγος του Ιερού Χρυσοστόμου και πάλιν να λέγει εν κατακλείδι: «βλέποντες όλα αυτά ποτέ μην απελπισθούμε. Κανένα άλλο όπλο δεν είναι τόσο ισχυρό στον διάβολο όσο η απόγνωση. Γι’ αυτό δεν τον χαροποιούμε τόσο με το να αμαρτάνουμε, όσο με το να απελπιζόμαστε» (Ιερός Χρυσόστομος, εκδ. ΔΙΩΤΗ, 9, 282c).
Πηγή: Αρχιμ. Σεβαστιανός Τοπάλης

