«Πατέρα, κάνε αυτό που θα δοξάσει το όνομά σου». Τότε ήρθε μια φωνή από τον ουρανό: «Το όνομά μου το δόξασα και θα το δοξάσω και πάλι».
Ο Χριστός παρακαλά τον Πατέρα και παριστάνει την εξωτερική μορφή της προσευχής… αποδίδοντας ως άνθρωπος στη θεία φύση αυτά που ξεπερνούν την ανθρώπινη φύση, όχι επειδή είναι έξω από τη θεία φύση, όταν αποκαλεί τον Πατέρα δικό του, αλλά επειδή γνωρίζει ότι μέσω του Πατέρα και του Υιού θα έλθει η δύναμη και η δόξα σε κάθε πράγμα. Η επίκληση «Πατέρα», που επαναλήφθηκε στοργικά, συμφωνεί με την αλλαγή του αιτήματος, που απευθύνεται σε αυτόν.
Δηλαδή «δείξε την ευαρέσκειά σου στο να δεχτώ τον σταυρό και τον κίνδυνο χάριν της σωτηρίας όλων. Δόξασε το όνομά σου. Οτιδήποτε και αν πρόκειται να κοστίσει αυτό σε εμένα».
Δείχνει ότι πεθαίνει χάριν της αλήθειας, αποκαλώντας το πράγμα δόξα στο Θεό. Και αυτό θα συνέβαινε μετά το σταυρό. Διότι επρόκειτο να επιστρέψει στην πίστη η οικουμένη και να γνωρίσει το όνομα του Θεού και να λατρεύει αυτόν.
Δόξασε το όνομά σου «με τη δόξα του δικού μου ονόματος», η δόξα όμως του Υιού συντελέστηκε με τα παθήματα και το θάνατο. Δόξασε το όνομά Σου με την ολοκλήρωση της αποστολής της απολύτρωσης, η οποία συντελέστηκε με το πάθος του Χριστού. Με αυτό ο Κύριος δεν εκδήλωσε μόνο την τέλεια υπακοή του στο θέλημα του Θεού, αλλά και αφιέρωσε τον εαυτό του ακόμη μία φορά στην δόξα του Θεού μέσω του παθήματός του. Εμείς με την αμαρτία μας προσβάλαμε αυτήν την δόξα. Και επειδή δεν μπορούσαμε να ικανοποιήσουμε τη θεία δικαιοσύνη για αυτήν την προσβολή, δεν απέμεινε τίποτα άλλο παρά να εκδικηθεί ο Θεός το μεγαλείο του που προσβλήθηκε, χτυπώντας μας σε όλεθρο αιώνιο. Αλλά ο Κύριος που ενανθρώπησε παρεμβαίνει και αναλαμβάνει να δώσει αυτός την αναγκαία ικανοποίηση, ταπεινούμενος και παραδιδόμενος σε πάθημα φρικτό. Άδειασε τον εαυτό του και άφησε κατά μέρος τις τιμές του Υιού του Θεού, για να πάρει πάνω του ως υιός ανθρώπου τον μεγαλύτερο ονειδισμό από όσους ποτέ υπήρξαν. Όταν λοιπόν εύχεται Δόξασε το όνομά σου, είναι σαν να λέει: Πατέρα, ας δοξαστεί η δικαιοσύνη σου με το πάθημά μου.
Ο Θεός μιλά προς τους ανθρώπους με φωνή έναρθρη και που ακούγεται. Φωνές από τον ουρανό μαρτυρούνται κατά το βάπτισμα του Ιησού, κατά τη μεταμόρφωσή του και κατά την παρούσα περίπτωση. Όσες φορές ο Υιός συντελεί μεγάλη πράξη ταπείνωσης και προσωπικής αφιέρωσης, ο Πατέρας απαντά με αισθητή εκδήλωση επιδοκιμασίας. Ό,τι συνέβη κατά το βάπτισμα και τη Μεταμόρφωση, επαναλαμβάνεται και τώρα. Κατά την ώρα αυτή, κατά την οποία ολοκληρώνεται και κατακλείεται η δημόσια δράση του Κυρίου και κατά την οποία αφιερώνεται στο θάνατο, ο Πατέρας επιθέτει δημόσια στο πρόσωπό του και το έργο του την σφραγίδα της ικανοποίησής του.
Φωνή έναρθρη και όχι βροντή, όπως υπέθεσαν και κάποιοι από τους νεώτερους ερμηνευτές. Εάν κάποιοι από τους παρισταμένους τότε υπέθεσαν κάτι τέτοιο, δεν είναι παράδοξο, όταν θυμηθούμε, πόσο αργά οι αντιτιθέμενοι στο Χριστό αναγνώριζαν και τα γνήσια και ολοφάνερα θαύματά του. Εξάλλου μαρτυρείται ξεκάθαρα, ότι σε άλλους φάνηκε ως φωνή αγγέλου αλλά και ο ίδιος ο Ιησούς αναφέρεται σε αυτήν ως φωνή που στάλθηκε από τον Πατέρα για να στηρίξει τους μαθητές στην πίστη σε αυτόν. Από το ότι επίσης δεν αναφέρεται κάτι εδώ για τη γνώμη των μαθητών ως προς τη φύση αυτής της φωνής, μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι αυτοί μπόρεσαν να διακρίνουν τα λόγια που εκφωνήθηκαν.
Δεν είπε όμως ο ευαγγελιστής, ότι ο Πατέρας από ψηλά φώναξε, αλλά ότι από τον ουρανό έγινε η φωνή, έτσι ώστε κάποιοι αιρετικοί, ακούγοντας ότι μιλά ο Πατέρας, να μην επιχειρήσουν να πουν ότι και η θεία φύση, ο Πατέρας, έχει σώμα παχύ (υλικό)… Πώς όμως η φωνή κατασκευάστηκε δεν ανήκει σε εμάς να το πούμε. Η φωνή από τον ουρανό ήταν δημόσια μαρτυρία του Πατέρα προς τα πλήθη, που βεβαίωνε ότι ο Πατέρας δεχόταν ευάρεστα την υπακοή του Υιού του.
Το «εδόξασα» αναφέρεται στο παρελθόν, στη δράση του Κυρίου στο Ισραήλ, ενώ το «δοξάσω» στο μέλλον, στην προσεχή ενέργεια του Υιού σε ολόκληρο τον κόσμο. «Δόξασα με τα θαύματα που προηγήθηκαν, και πάλι θα δοξάσω με αυτά που θα γίνουν στο θάνατό σου» τόσο με την ανάσταση και ανάληψη που θα ακολουθήσει, όσο και με τον θρίαμβο ανάμεσα στα έθνη και όλη την ανθρωπότητα.
«Δόξασα, όταν (ο Υιός) γεννήθηκε από την Παρθένο, όταν ενεργούσε θαυμαστές δυνάμεις… όταν αναγνωριζόταν από αγίους γεμάτους με άγιο Πνεύμα, όταν διακηρυττόταν με σαφήνεια με την κάθοδο του αγίου Πνεύματος με μορφή περιστεριού… όταν μεταμορφωνόταν στο βουνό, όταν έκανε πολλά θαύματα» (Αυ) για τα οποία «θαμαζόταν από όλους ο Υιός, αφού ο Πατέρας εργαζόταν μαζί του τα παράδοξα, και επειδή ακριβώς ήταν συνεργάτης του σε όλα όσα έκανε, λέει τώρα ότι τον δόξασε».
«Και πάλι θα δοξάσω, όταν θα αναστηθεί από τους νεκρούς· όταν ο θάνατος δεν θα κυριεύσει πλέον αυτόν και όταν θα υπερυψωθεί πάνω από τους ουρανούς ως Θεός και η δόξα του πάνω από όλη τη γη». «Ανασταίνοντάς σε μετά την ταφή και στέλνοντας το Πνεύμα, θα καταστήσω ακόμα πιο ένδοξο και το δικό μου όνομα και εσένα».
Το πλήθος των ανθρώπων που βρίσκονταν εκεί και άκουσαν τη φωνή, έλεγαν πως έγινε βροντή. Άλλοι έλεγαν: «Άγγελος του μίλησε»
Οι περισσότεροι (ο όχλος) νόμισαν ότι πρόκειται για βροντή. Οι λιγότεροι (άλλοι) σχημάτισαν την εντύπωση, ότι άγγελος μίλησε στον Ιησού. Δεν κατανόησε (ο όχλος) τη φωνή, αλλά έπιασε μόνο τον ήχο της. Η φωνή ήταν σαφής μεν και ευκρινής. Αλλά όμως αμέσως απομακρύνθηκε από αυτούς, επειδή δεν είχαν πνευματικότητα και ήταν σαρκικοί και ράθυμοι.
Όλο το πλήθος ακούει κρότο· αλλά η έννοια της φωνής κατανοείται από τον καθένα ανάλογα με την πνευματικότητα της διάνοιάς του. Έτσι στον ανθρώπινο λόγο το άγριο θηρίο δεν αντιλαμβάνεται παρά κάποιο ήχο, το εξημερωμένο ζώο καταλαβαίνει κάποια έννοια όπως διαταγή, ή πρόσκληση, στην οποία αμέσως υπακούει· μόνος ο άνθρωπος διακρίνει τη σκέψη που εκφράζεται (g).
Οι οποίοι την κατάλαβαν, ότι μεν ήταν έναρθρη η φωνή το κατάλαβαν, τι σήμαινε όμως όχι ακόμη. Στις μέγιστες αποκαλύψεις παραμένει κάτι, με το οποίο η πίστη μπορεί να εξασκηθεί. Ανάλογο φαινόμενο είχαμε κατά την εμφάνιση του Ιησού στον Παύλο, κατά την οποία αυτοί που τον συνόδευαν άκουσαν τον ήχο, αλλά δεν διέκριναν τα λόγια (δεν άκουσαν τη φωνή αυτού που μου μιλούσε).
Επειδή δεν κατάλαβαν… ποια είναι η σημασία αυτών των λόγων, νόμισαν ότι άγγελος του μίλησε, για αυτό και τους είναι δυσνόητα, σαν να ειπώθηκαν από άγγελο.
Ο Ιησούς τους αποκρίθηκε: «Αυτή η φωνή δεν ακούστηκε για μένα αλλά για σας»
«Όχι για να μάθω κάτι από αυτήν που το αγνοώ. Διότι γνωρίζω όλα τα του Πατέρα». Διότι γνώριζε την θέληση αυτού που τον γέννησε, έστω και αν δεν λεγόταν τίποτα, επειδή ήταν και είναι η σοφία και ο Λόγος του Πατέρα. Ο Κύριος δεν αρνείται εδώ ότι είχε ανάγκη ως άνθρωπος να ενισχυθεί από τον ουρανό, αλλά μόνο βεβαιώνει, ότι δεν είχε ανάγκη να ενισχυθεί με τέτοια αισθητή εκδήλωση. Δεν έγινε αυτό για να ενισχυθώ εγώ, διότι θα ήταν δυνατόν στην τελευταία αυτή περίπτωση να ψιθυριστούν τα λόγια αυτά στο αυτί μου.
Το είπε αυτό με σκοπό να αντικρούσει εκείνο που έλεγαν πάντοτε, ότι δεν είναι από το Θεό. Διότι πώς θα ερχόταν φωνή από τον ουρανό σε αυτόν, εάν δεν ήταν από το Θεό;
Απαντούσε ο Πατέρας, με τον τρόπο που αυτός γνωρίζει, φανερώνοντας στον Υιό του τη βούλησή του, ώστε να φιλοτιμηθούν οι ακροατές να πιστέψουν χωρίς αμφιβολίες, ότι είναι από τη φύση του Υιός του Θεού και Πατέρα.
Από αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι και τα λόγια της φωνής κατανοήθηκαν από κάποιους τουλάχιστον από τους παρισταμένους (ο). Αλλά και αυτοί που δεν κατανόησαν τα λόγια της φωνής, έλεγαν ότι άγγελος μίλησε σε αυτόν ή έγινε βροντή. Λέει (λοιπόν) ότι για σας έγινε, ώστε έστω και έτσι να παρακινηθείτε να ρωτήσετε τι είναι αυτό που ειπώθηκε, «και αφού ρωτήσετε, να μάθετε αυτό που αγνοείτε». Ότι κάτι έκτακτο συνέβη, το αντιλήφθηκαν οι πάντες. Από αυτό λοιπόν μπορούσαν οι πάντες να παρακινηθούν στο να ζητήσουν την εξήγηση και έννοια του υπερφυσικού συμβάντος.
Έφτασε η ώρα που ο κόσμος αυτός θα κριθεί· έφτασε η ώρα που ο άρχοντας αυτού του κόσμου θα διωχτεί έξω από τον κόσμο
Η επανάληψη αυτού στην αρχή και των δύο προτάσεων τονίζει την κρισιμότητα της παρούσας στιγμής για την ανθρωπότητα. Το πάθος με το «τώρα» θεωρείται ότι ήδη άρχισε. Η φράση «τώρα είναι κρίση…», φαίνεται μεν ότι δεν έχει καμία σχέση με τα προηγούμενα, σχετίζεται όμως πλήρως. Επειδή δηλαδή είπε από ψηλά ο Πατέρας ότι «θα δοξάσω», δείχνει σε εμάς ο Κύριος τον τρόπο της δόξας. Ποιος λοιπόν είναι αυτός; Το ότι θα πεταχτεί μεν έξω ο κοσμοκράτορας… θα κριθεί δε ο κόσμος. Μιλά ο Κύριος θριαμβευτικά και με θεία έξαρση. Τώρα, το έτος, κατά το οποίο θα συντελεστεί το έργο της απολύτρωσης, ήλθε, και ο προκαθορισμένος χρόνος, κατά τον οποίο θα συντριβεί το κεφάλι του φιδιού, έφτασε· τώρα το μεγάλο έργο πρόκειται να έλθει σε πέρας· το έργο, το οποίο για τόσους αιώνες, πριν φτιαχτεί ο κόσμος, υπήρξε το αντικείμενο της θείας βουλής και για αυτό έγινε λόγος προφητικός για αυτό στις άγιες Γραφές και υπήρξε η χαρμόσυνη ελπίδα των προφητών και των αγίων και ο τρόμος των πονηρών πνευμάτων.
Ή, αναφέρεται σε καταδικαστική απόφαση η οποία βγαίνει για αυτόν τον κόσμο· και το «κρίση» σημαίνει: η καταδίκη του διεφθαρμένου αυτού κόσμου. Ή, θα γίνει δικαστήριο και εκδίκηση. «Διότι δεν νομίζω ότι πρέπει να θεωρήσουμε ότι τώρα καταδικάζεται ο κόσμος, τώρα που έφτασε ο καιρός της δικαίωσης, αλλά για τον μεν κόσμο θα γίνει κρίση, δηλαδή εκδίκηση· ο άρχοντας όμως αυτού του κόσμου θα διωχτεί έξω· Η καταδίκη δηλαδή θα γίνει εναντίον αυτού που αδίκησε τον κόσμο και όχι εναντίον του κόσμου που υπέμεινε την αδικία». Επειδή δηλαδή ο διάβολος υπέταξε τον κόσμο στο θάνατο, καθιστώντας όλους τους ανθρώπους ένοχους στην αμαρτία, σε εμένα, λέει, ερχόμενος και μη βρίσκοντας μεν αμαρτία σε εμένα, αλλά οδηγώντας και εμένα στο θάνατο εξίσου με τους άλλους, θα καταδικαστεί από εμένα και έτσι εγώ θα πάρω εκδίκηση για τον κόσμο.
Ή, δεν πρόκειται για κρίση καταδίκης αλλά για κρίση διαχωρισμού και διάκρισης. Κρίνω σημαίνει και διαπιστώνω τη ηθική κατάσταση, όχι μόνο στο κακό αλλά και στο καλό. Μπροστά στο σταυρό του Κυρίου ένα μέρος των ανθρώπων βρίσκουν τη σωτηρία τους με την πίστη, ενώ άλλο μέρος με την απιστία συντελεί την καταδίκη του. Οι δύο τελευταίες εκδοχές είναι το ίδιο σοβαρές.
Ο ασθενής και μολυσμένος κόσμος βρίσκεται τώρα στο σημείο της κρίσιμης καμπής. Αυτή είναι η κρίσιμη ημέρα, κατά την οποία η τρεμάμενη σκάλα θα στραφεί ή για ζωή ή για θάνατο, για όλους τους ανθρώπους. Όλοι εκείνοι, οι οποίοι δεν θα αρπάξουν το προς αυτούς προσφερόμενο μέσο σωτηρίας κατά την ημέρα αυτή, θα εγκαταλειφθούν αβοήθητοι και σε κατάσταση απόγνωσης. Αναλόγως του χαρακτήρας του καθένας από τους ανθρώπους, θα πάρει θέση απέναντι στο σταυρικό πάθημα του Κυρίου. Για μερικούς ο σταυρός του Κυρίου θα είναι ανοησία και σκάνδαλο, για άλλους όμως ο ίδιος σταυρός θα είναι Θεού σοφία και δύναμη. Και παράδειγμα αυτού υπήρξαν οι δύο ληστές, που συσταυρώθηκαν με το Χριστό.
«Επειδή ο διάβολος φέρνει και σε εμένα το θάνατο, παρόλο που έμεινα αναμάρτητος, τώρα στον παρόντα καιρό, θα τιμωρηθεί για την αδικία σε μένα με το γκρέμισμα της τυραννίας του». Και «σαν να συνέρχεται δικαστήριο θα ειπωθεί προς αυτόν· έστω· όλους τους θανάτωσες επειδή τους βρήκες υπεύθυνους της αμαρτίας. Τον Χριστό γιατί τον θανάτωσες;».
Ο σατανάς είχε κατοχή πάνω στο ανθρώπινο γένος και κρατούσε αυτούς με τον δεσμό των αμαρτιών τους σαν ενόχους που κρατούνται σε τιμωρία· κυριαρχούσε στις καρδιές των απίστων και εξαπατώντας και υποδουλώνοντας αυτούς, αποπλανούσε αυτούς στο να λησμονήσουν τον δημιουργό και να λατρεύουν τα κτίσματα. Για αυτό και λέγεται άρχοντας του κόσμου, επειδή η εξουσία του είναι γύρω από τη γη.
Το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο άρχισε στο Γολγοθά, εξακολουθεί να συντελείται κάθε μέρα και θα εξακολουθεί σταθερά μέχρι την ολοκληρωτική εκβολή του Σατανά κατά την εσχάτη κρίση. Αφαιρείται από αυτόν η μία ψυχή μετά την άλλη και η πρόοδος αυξάνει μέχρι την τελευταία ημέρα. Έτσι ο λόγος δεν αντιφάσκει με άλλους που αποδίδουν ακόμη στο Σατανά εξουσία στον κόσμο. «Θα πεταχτεί έξω ο τύραννος αφού θα καταδικαστεί με το θάνατό μου».
«Έξω από την εξουσία που με τη βία έχει αποκτήσει και έξω από τη βασιλεία που δεν του αρμόζει από πουθενά». Σημαίνει λοιπόν το «έξω» την κόλαση και την πορεία στον άδη.
«Έξω από αυτού του είδους την εξουσία την οποία απέκτησε με απάτη». «Θα εκδιωχτεί από την τυραννία εναντίον των ανθρώπων και δεν θα βασιλεύσει όπως πριν σε αυτούς και στις ψυχές τους και στο θνητό σώμα». Ο Χριστός συμφιλιώνοντας με το θάνατό του τον κόσμο με το Θεό συνέτριψε τη δύναμη του θανάτου και έβγαλε έξω από τον κόσμο τον σατανά ως καταστροφέα των ανθρώπων. Οδηγώντας λοιπόν τον κόσμο στο Θεό με τη διδασκαλία και το σταυρό του συνέτριψε τη δύναμη της αμαρτίας και έβγαλε έξω το σατανά ως ψεύτη που απατά και αποπλανά τους ανθρώπους.
Εγώ, όταν θα υψωθώ από τη γη, όλους τους ανθρώπους θα τους τραβήξω κοντά μου».
«Εάν ανέβω στο σταυρό» Με πολύ εύσχημο τρόπο λέει αντί για το σταυρωθώ, το υψωθώ… Εξάλλου, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, και πολύ καλά νομίζω, ότι είναι ύψος ο θάνατος πάνω στο σταυρό, αν το εννοήσουμε με την έννοια της τιμής και δόξας. Διότι δοξάζεται και με αυτό ο Χριστός. Το «υψωθώ» πρέπει να το πάρουμε εδώ με την διπλή έννοια: Η ύψωση στο σταυρό ταυτίζεται με την ύψωση στο θρόνο. Μαζί με την ύψωση του Σωτήρα στο σταυρό, άρχισε και η ύψωσή του στους ουρανούς.
Οι Ιουδαίοι ανέμεναν το Μεσσία να βασιλεύσει στη γη σαν άλλος άρχοντας του κόσμου. Αλλά όχι· θα σηκωθεί από τη γη η ζωή του. Όταν θα σταυρωνόταν, πρώτα θα καρφωνόταν στο σταυρό και στη συνέχεια θα υψωνόταν μεταξύ ουρανού και γης, ως ανάξιος και των δύο. Ούτε στον ουρανό έπρεπε να βρίσκεται, ούτε πάνω στη γη να πατά. Παρ’ όλα αυτά το «εάν υψωθώ» υποδηλώνει και τιμητική αναβίβαση. Το πάθημά του θα κατέληγε σε πραγματική ανύψωση του Κυρίου κατά την ανθρώπινη φύση του. Με οποιοδήποτε λοιπόν θάνατο και αν πεθάνουμε, εάν πεθάνουμε εν Χριστώ, θα υψωθούμε υπεράνω της φυλακής του παρόντος βίου, πάνω από το σπήλαιο αυτό των λεόντων στις χώρες του φωτός και της αγάπης.
«Όχι μόνο τους Ιουδαίους αλλά και όλους τους ανθρώπους τους καλεί σε σωτηρία μέσω της πίστης σε αυτόν». «Όλους από παντού, όσους είναι δεκτικοί πίστης». Δίνεται εδώ απάντηση στο αίτημα που αναφέρθηκε ότι θέλουμε να δούμε τον Ιησού. Ο Χριστός μετά την ανύψωσή του στο σταυρό τραβάει όλους τους ανθρώπους στον εαυτό του. Πράγματι· η μεγάλη αύξηση της εκκλησίας του έλαβε χώρα μετά το θάνατό του. Όταν ζούσε, έθρεψε χιλιάδες με τον λόγο της ευλογίας των πέντε άρτων στην έρημο. Αλλά όταν πέθανε, με το λόγο του Πέτρου χιλιάδες ανθρώπων ελκύστηκαν σε μία ημέρα στην εκκλησία του. Ο θάνατος του Κυρίου κρύβει δύναμη και ισχυρή αποτελεσματικότητα στο να ελκύει τις ψυχές προς αυτόν. Ο σταυρός του Χριστού, παρόλο που σε μερικούς είναι πέτρα προσκόμματος και σκανδάλου, σε άλλους είναι μαγνήτης. Μαγνήτης που ελκύει. Ίσως το ρήμα (ελκύω) μπήκε εδώ και σε κάποια σχέση με τη στάση, την οποία πήρε ο Χριστός όταν σταυρώθηκε. Είχε τα χέρια απλωμένα προσκαλώντας όλους στον εαυτό του και έτοιμος να αγκαλιάσει όλους τους ερχόμενους σε αυτόν.
«Θα προσελκύσω, λέει, επειδή κρατούνται από τύραννο και μόνο με τη δική τους προσπάθεια δεν μπορούν να πλησιάσουν και να ξεφύγουν από τα χέρια εκείνου, επειδή αντιστέκεται». «Θα ελκύσω και χωρίς να το θέλει εκείνος. Το οποίο αλλού το ονόμασε και αρπαγή. Διότι κανείς, λέει, δεν μπορεί να αρπάξει τα σκεύη του ισχυρού, εάν δεν δέσει τον ισχυρό». Προηγουμένως, «είπε ότι κανείς δεν μπορεί να έλθει σε εμένα εάν ο πατέρας, που με έστειλε, δεν ελκύσει αυτόν… όχι λέγοντας αντίθετα, αλλά κάνοντας δικά του τα του Πατέρα και δείχνοντας ότι όλα τα έχουν κοινά». «Διότι όταν ο Υιός ελκύει, ο Πατέρας ελκύει».
Αναφέρεται στο Χριστό, όχι κατά την ώρα που κρεμιόταν στο σταυρό, αλλά στην κατάσταση της κυριαρχίας και της δόξας, στην οποία μετά το πάθημα μπήκε. «Θα ελκύσω στον εαυτό μου, για να είμαι κεφαλή τους και εκείνοι μέλη μου». Δες εδώ πώς ο Χριστός είναι τα πάντα στους πάντες στην επιστροφή κάθε ψυχής. Ο Χριστός μας ελκύει. Δεν μας σέρνει βίαια, αλλά «με τα δεσμά της αγάπης του». Ψιθυρίζει μυστικά σε κάθε ψυχή: «με αγάπη αιώνια σε αγάπησα, για αυτό σε έλκυσα προς εμένα με το έλεος και την ευσπλαχνία μου».
Και ελκύει αυτήν όπως ο μαγνήτης τον σίδηρο. Η ψυχή δηλαδή μεταβάλλεται σε σημείο ώστε θέλοντας και θελγομένη να ελκύεται. Και ελκύεται προς τον Χριστό. Θα ελκύσω προς τον εαυτό μου σαν σε κέντρο, μέσω του οποίου και στο οποίο θα ενωθούν οι πάντες. Η ψυχή η απομακρυσμένη από το Χριστό έρχεται αρχικά σε γνωριμία μαζί του. Ενώ λοιπόν προηγουμένως αγνοούσε το Χριστό και δεν εμπιστευόταν τον εαυτό της σε αυτόν, σιγά-σιγά αγαπά αυτόν, δίνει όλη την εμπιστοσύνη της σε αυτόν και παραδίνεται στην αγκαλιά του. Έλξη θαυμασμού είναι η πρώτη επίδραση του σταυρού πάνω στην ψυχή που αγνοεί τον καρφωμένο πάνω σε αυτόν. Αλλά εάν σταθεί μέχρι τον θαυμασμό αυτόν, η σχέση της με το Χριστό θα είναι επιπόλαιη. Πίστη θερμή και ακλόνητη σε αυτόν ως Σωτήρα και Λυτρωτή, αυτή μας έλκει οριστικά προς αυτόν και μας ενώνει μαζί του πάνω στο Σταυρό του. Ο εσταυρωμένος Ιησούς μας έλκει, διότι είναι η αγάπη και η σοφία του Θεού, διότι είναι όχι απλώς ο μέγιστος των διδασκάλων της ηθικής και σωστικής αλήθειας, αλλά και το σε όλα υπερεπαρκές θύμα για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Όταν τον εγκολπωθούμε ως Λυτρωτή από το βάρος και την ενοχή της αμαρτίας και ως πηγή νέας ζωής που μας αποσπά από αυτήν και μας προσκολλά σε Αυτόν, τότε πράγματι και αληθινά ελκυστήκαμε από αυτόν.

