Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν
Ἡ ἱστορία τοῦ ἀρχιτελώνη Ζακχαίου εἶναι ἀπό τά πιό χαρακτηριστικά γεγονότα τοῦ δημόσιου ἔργου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐκδηλώνεται ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀρχιτελώνη νά δεῖ τόν Ἰησοῦ, ἡ ἐπιθυμία του νά μπεῖ στό δρόμο τοῦ Θεοῦ, ὁ μυστικός διάλογος ἀνάμεσα στή ματιά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Ζακχαίου πάνω στό δέντρο, ἡ αὐθόρμητη καί ἔμπρακτη μετάνοια τοῦ ἀρχιτελώνη, ἡ διακήρυξη τοῦ Σωτήρα ὅτι τήν ἡμέρα ἐκείνη «σωτηρία ἐγένετο» στό σπίτι τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὅλα τοῦτα τά περιστατικά τῆς ἱστορίας τοῦ Ζακχαίου εἶναι ἀπό τά πιό χαρακτηριστικά καί τά πιό γνωστά.
Σέ ὅλα τοῦτα φαίνεται ὁ σκοπός καί τό ἔργο τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί μέ ὅλα τοῦτα ἑδραιώνεται ἡ πεποίθηση πώς γιά ἕνα καί μόνο σκοπό ἦλθε ὁ Θεός στή γῆ, γιά νά ζητήσει καί νά σώσει τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο: «ἦλθε γάρ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καί σῶσαι τό ἀπολωλός». Αὐτή ἡ διαβεβαίωση ἀπό τό ἴδιο τό στόμα τοῦ Σωτήρα εἶναι ἀρκετή γιά νά ἐνθαρρύνει κάθε ἁμαρτωλό πού θέλει τή σωτηρία του, γιά νά στηρίξει κάθε κριματισμένο πού θά ἔφθανε σέ ἀπόγνωση κι ἀκόμα γιά νά φράξει κάθε στόμα, πού τοποθετεῖ τό σκοπό τοῦ ἔργου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὄχι στήν ψυχή ἀλλά μόνο στό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου˙ ὄχι στόν οὐρανό ἀλλά μόνο στή γῆ.
Ὑπάρχουν, ἀλήθεια, δύο ἄκρα στήν τοποθέτηση τοῦ ἔργου τοῦ Σωτήρα. Εἶναι ἐκεῖνοι, πού φαντάζονται πώς ὁ ἰδεώδης τύπος τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ πιστοῦ καί καλοῦ χριστιανοῦ, εἶναι ἐκεῖνος πού ἐνδιαφέρεται μόνο γιά τά οὐράνια, πού δέν θέλει νά ἀκούσει γιά τά ἐπίγεια, πού βρίσκεται κατ’ ἀνάγκη στή γῆ μά εἶναι «οὐράνιος ἄνθρωπος». Εἶναι οἱ ἄλλοι, πού δέν σηκώνονται ψηλότερα ἀπό τή γῆ, πού δέν πιστεύουν στόν οὐρανό, πού δέν φθάνουν βέβαια νά εἶναι ὑλιστές, μά πού περιορίζουν τό Χριστό «ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ», πού βλέπουν στό πρόσωπο τοῦ Σωτήρα τό χορηγό τῶν ἐπίγειων ἀγαθῶν, τῆς τροφῆς, τῆς ἐνδυμασίας καί τῆς στέγης.
Οὔτε τό ἕνα οὔτε τό ἄλλο μοναχά εἶναι σωστό, μά καί τά δύο μαζί εἶναι ἡ ἀλήθεια. Οἱ ἄνθρωποι βρισκόμαστε στή γῆ, μά εἴμαστε πλασμένοι γιά τόν οὐρανό. Ἡ γῆ εἶναι ὁ δρόμος πού ὁδηγεῖ στόν οὐρανό καί κανείς δέν φθάνει στόν οὐρανό, ἄν δέν περάσει ἀπό τή γῆ. Ὁ οὐρανός εἶναι τό νικηφόρο τέρμα ἐκείνων πού ἀγωνίζονται στό στάδιο τῆς γῆς. Ὁ οὐρανός εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων πού βρίσκονται στή γῆ, μά τή σωτηρία, σάν ἔπαθλο καί σάν στέφανο, δέν τήν κερδίζει κανείς «ἐάν μή νομίμως ἀθλήση». Ἔτσι ἄν ὁ οὐρανός εἶναι τό τέρμα, ἡ γῆ εἶναι ἡ ἀρχή καί ἡ ἀφετηρία˙ κι ἄν τά οὐράνια εἶναι ὁ τελικός σκοπός, τά ἐπίγεια εἶναι ἡ ὁδός καί τό μέσον.
Ἔτσι δικαιώνεται ἡ ὑλική δημιουργία σάν ἔργο τοῦ Θεοῦ καί δέν μποροῦμε νά λέμε πώς ὁ κόσμος τοῦτος εἶναι μάταιος κι ἡ ζωή ἐδῶ εἶναι ψεύτικη. Μάταια καί ψεύτικα πράγματα δέν δημιουργεῖ ὁ Θεός. Μά στή δημιουργία τῶν ὁρατῶν καί τῶν ἀοράτων, τῶν ἔμβιων καί τῶν ἄβιων ὄντων ὑπάρχει μία προτεραιότητα καί μία ἱεράρχηση βαλμένη ἀπό τό Θεό. Ὑπάρχει μία ἀδιάσπαστη σειρά καί συνέχεια μέσων καί σκοπῶν, μία κλίμακα αἰτίων κι ἀποτελεσμάτων μέ τελικό ἀποτέλεσμα καί ἀπώτατο σκοπό τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, τό θρίαμβο καί τή θέωση τῆς πρώτης ἀξίας στή δημιουργία, πού εἶναι ὁ ἄνθρωπος.
Ἄν δέν καταλαβαίνουμε ἔτσι τά πράγματα, δέν καταλαβαίνουμε τίποτε ἀπό τόν ἄνθρωπο κι ἀπό τή δημιουργία μέσα στήν ὁποία εἶναι τοποθετημένος ὁ ἄνθρωπος. Δέν καταλαβαίνουμε τίποτε μήτε ἀπό τή γῆ, στήν ὁποία ἀγωνιζόμαστε, μήτε ἀπό τόν οὐρανό, στόν ὁποῖο θέλουμε νά φθάσουμε. Δέν καταλαβαίνουμε τί θά πεῖ κακό καί τί ἀγαθό, τί ἁμαρτία καί τί ἀγώνας γιά τήν ἀρετή. Καί πρό πάντων δέν καταλαβαίνουμε τί εἶναι ἡ σωτηρία γιά τήν ὁποία ἦλθε ὁ Θεός στή γῆ. Κι ἀλήθεια πώς μέ ἄλλα λόγια, σωτηρία εἶναι ἡ ἀποκατάσταση τῶν ἁρμονικῶν σχέσεων ἀνάμεσα στήν ὑλική καί πνευματική δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ἀνάμεσα στή γῆ καί τόν οὐρανό.
Θά πρέπει νά ἀγνοοῦμε τήν ἀρχέγονη κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου στόν παράδεισο, θά πρέπει νά μήν ἔχουμε ἀκούσει γιά τήν τραγική πτώση τῶν πρωτοπλάστων καί τίς συνέπειές της ἀνάμεσα στό Θεό καί τόν ἄνθρωπο, ἀλλά καί στόν ἄνθρωπο καί τήν κτίση πού τόν περιβάλλει, γιά νά μή μποροῦμε νά συλλάβουμε τό νόημα τῆς σωτηρίας. Ἀπό τότε μία φοβερή πάλη ἄρχισε ἀνάμεσα στήν ὕλη καί τό πνεῦμα: «ἡ σάρξ ἐπιθυμεῖ κατά τοῦ πνεύματος καί τό πνεῦμα κατά τῆς σαρκός». Συμπαρασύρθηκε στήν πτώση καί ἡ κτίση καί διαταράχθηκαν οἱ σχέσεις ἀνάμεσα στήν ὑλική καί τήν πνευματική δημιουργία- «τή γάρ ματαιότητι ἡ κτίσις ὑπετάγη…», ἡ κτίση ὑποτάχτηκε κι αὐτή στή φθορά. Ἔτσι ἡ ἐλπίδα τῆς ἀπολύτρωσης καί τῆς σωτηρίας –ἡ «ἀποκαραδοκία»- εἶναι κοινή, καί τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς κτίσης: «πάσα ἡ κτίσις συστενάζει καί συνωδίνει», ὅλη ἡ κτίση στενάζει καί κραυγάζει ἀπό πόνο, σάν τήν ἑτοιμόγεννη γυναίκα. Οἱ ἄνθρωποι περιμένουν τήν ἀποκατάσταση, νά ξαναγίνουν παιδιά τοῦ Θεοῦ. Καί ἡ κτίση περιμένει νά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τή δουλεία τῆς φθορᾶς, τότε πού οἱ ἄνθρωποι θά εἶναι ἐλεύθεροι, σάν παιδιά τοῦ Θεοῦ μέσα στή θεία δόξα- «…καί αὐτή ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπό τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τήν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ», δηλαδή κι αὐτή ἀκόμη ἡ κτίση θά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τήν ὑποδούλωσή της στή φθορά, καί θά μετάσχει στήν ἐλευθερία πού θά ἀπολαμβάνουν τά δοξασμένα παιδιά τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ζακχαῖος, λοιπόν, ὅπως πολὺ παραστατικὰ μᾶς περιγράφει το εὐαγγέλιο, σώθηκε μέσα σὲ μία στιγμή. Σώθηκε, διότι τό ἐπιθυμοῦσε ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ ἡ μετάνοια του ἦταν εἰλικρινὴς καὶ ἔμπρακτη. Καὶ αὐτὸ εἶναι πραγματικὰ μία μεγάλη ἀλήθεια, πὼς ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ νὰ σωθῆ ἀπὸ τήν ἁμαρτία, ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄμεση.
Ἦταν ἀρχιτελώνης καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων συνεργάζονταν μὲ τούς Ρωμαίους κατακτητές. Ἡ ἐργασία του τόν ὑποχρέωνε νὰ μαζεύη φόρους, τούς ὁποίους ἐνδεχομένως νὰ εἰσέπραττε ἄλλοτε μὲ ἀδικίες, ἄλλοτε μὲ ἐκβιασμοὺς καὶ ἄλλοτε πάλι μὲ συκοφαντίες ἢ καὶ καταπίεση. Οἱ συμπατριῶτες του τόν μισοῦσαν, ὁ ἴδιος τό καταλάβαινε καὶ στενοχωριόταν. Ὅμως πέραν αὐτοῦ, τόν βασάνιζε καὶ ἡ συνείδησή του γιὰ τίς ἀδικίες ποὺ εἶχε διαπράξει. Γι’ αὐτὸν τόν λόγο ἔψαχνε νὰ βρῆ εὐκαιρία ὥστε νὰ ἀπαλλαχθῆ ἀπὸ τίς ἁμαρτίες του καὶ νὰ λυτρωθῆ ἀπὸ τὸ ψυχικὸ μαρτύριο.
Εἶχε ἀκούσει γιὰ τόν Ἰησοῦ Χριστό καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ Τόν δῆ, διότι κάτι μέσα του τοῦ ἔλεγε, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας, Αὐτὸς εἶναι ὁ Σωτῆρας τοῦ κόσμου. Βέβαια, ἡ ἐπιθυμία του αὐτὴ δὲν ἦταν ἁπλὴ περιέργεια, καὶ ἡ συνάντηση ποὺ πραγματοποιήθηκε μὲ τόν Κύριο δὲν ἦταν ἕνα τυχαῖο γεγονός. Ὅλα ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔτσι ἐνεργεῖ μόνον ὅταν κάποιος ἁμαρτωλὸς ζητᾶ λύτρωση.
Ὁ ἀρχιτελώνης ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ τόν Ἰησοῦ, τόν ὁποῖο ἀκολουθοῦσε πλῆθος λαοῦ. Μικρόσωμος ὅμως ὅπως ἦταν, δυσκολεύονταν νὰ πλησιάση τόν Κύριο, ἢ νὰ Τόν ἀτενίση ἔστω καὶ ἀπὸ μακριά. Ὅμως θέλει νὰ ἀπαλλαχθῆ ἀπὸ τό βάρος τῶν ἁμαρτιῶν του, δὲν μπορεῖ νὰ περιμένη ἄλλο, δὲν γίνεται νὰ ἀναβάλλη γιὰ ἄλλη μέρα τή σωτηρία του. Ἔτσι, ὅταν εἶδε πὼς ὁ Ἰησοῦς πλησίαζε στὸ σημεῖο ὅπου βρίσκονταν, χωρὶς νὰ ὑπολογίσει τήν κοινωνικὴ του θέση, ἀνέβηκε πάνω σὲ μιὰ συκομουριά. Τό ἔκανε αὐτό, διότι μέσα του εἶχε τήν πεποίθηση πὼς ἀκόμη καὶ νὰ ἀντικρύσει τόν Χριστό, ἡ σωτηρία του θὰ πραγματοποιόταν. Ἐδῶ πρέπει νὰ θυμηθοῦμε κάτι ἀνάλογο· νὰ θυμηθοῦμε τό θαῦμα ἐκεῖνο ποὺ διαβάζουμε στὸ κατὰ Μάρκον Εὐαγγέλιο, ὅπου ὁ Κύριος θεράπευσε τήν αἱμορραγοῦσα γυναῖκα, ἡ ὁποῖα, χωρὶς νὰ πῆ τίποτε, ἦρθε μέσα ἀπὸ τόν κόσμο πίσω ἀπὸ τόν Ἰησοῦ καὶ ἄγγιξε τό ροῦχο Του, γιατὶ ἔλεγε μέσα της πώς «καί μόνο νὰ ἀγγίξω τά ροῦχα Του θὰ σωθῶ».
Ὁ Χριστὸς, μόλις ἀντίκρυσε τόν Ζακχαῖο πάνω στὴ συκομουριά, κατάλαβε ὅτι μπροστὰ του εἶχε μιὰ πονεμένη ψυχὴ. Τόν λυπήθηκε καὶ ἐνδιαφέρθηκε γι’ αὐτόν, ὅπως ἐνδιαφέρεται γιὰ κάθε ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο, διότι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦλθε στὸν κόσμο: «ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός». Κοντοστάθηκε καὶ εἶπε στὸν ἀρχιτελώνη: «Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι, σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι», Ζακχαῖε κατέβα γρήγορα, γιατὶ σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου.
Τέτοιο λόγο καὶ τέτοια τιμή, οὔτε ποὺ τά περίμενε. Συγκλονισμένος καὶ συγκινημένος κατεβαίνει ἀπὸ τό δέντρο καὶ ὁδηγεῖ τόν Χριστὸ στὸ σπίτι του. Ἐκεῖ τό θαῦμα ὁλοκληρώνεται. Ὁ Ζακχαῖος, ἐκφράζει τήν εἰλικρινῆ μετάνοια γιὰ τήν ἁμαρτωλὴ του ζωὴ, ἐξομολογεῖται γιὰ τὶς ἀδικίες ποὺ διέπραξε σὲ βάρος τῶν συνανθρώπων του καὶ μπροστὰ σὲ ὅλους, ἀνακοινώνει τήν μεταστροφή του: «Τά μισὰ ἀπὸ τά πλούτη μου θὰ τὰ μοιράσω στοὺς πτωχοὺς καὶ ὅσους ἀδίκησα θὰ τούς τό ἀνταποδώσω στὸ τετραπλάσιο».
Μέ ὅλη τήν ἐπισημότητα ὁ ἀρχιτελώνης ἔκανε μία δημόσια ἐξομολόγηση. Ὠμολόγησε πὼς ἐνδεχομένως νὰ εἶχε κλέψει καὶ νὰ εἶχε ἀδικήσει. Ἐξ ἄλλου, τήν εὐκαιρία τοῦ τήν ἔδινε τό ἐπάγγελμά του καθημερινὰ. Κάνει λοιπὸν μία ἐπίσημη δήλωση, πὼς εἶναι ἕτοιμος νὰ τά ἐπανορθώση ὅλα καὶ νὰ ἀποκαταστήση τά ἀδικήματα ποὺ διέπραξε. Αὐτὴ εἶναι ἡ μετάνοια τοῦ ἁμαρτωλοῦ, εἶναι μετάνοια βαθιὰ καὶ εἰλικρινής, θαρραλέα καὶ ἀξιοπρεπής.
Ἁμάρτησε καὶ τό ἀναγνωρίζει. Ἀδίκησε. Τό συναισθάνεται καὶ τό ὁμολογεῖ, παράλληλα ὅμως ἐπιχειρεῖ νὰ ἀποκαταστήση τὶς ἀδικίες μὲ γενναῖα ἀπόφαση. Μοιράζει τήν μισή του περιουσία στοὺς φτωχούς, φροντίζει γι’ αὐτοὺς ποὺ συκοφάντησε, ὅλα τά βάζει στὴν ὑπηρεσία τῆς μετανοιωμένης ψυχῆς του. Δὲν μετανοεῖ μόνο μὲ λόγια, ἀλλὰ ἀποδεικνύει τήν μεταστροφὴ του μὲ πράξεις, διότι μετάνοια σημαίνει ὅτι ἀποφασίζω νὰ ἀλλάξω τρόπο σκέψης καὶ ἐνέργειας, σημαίνει κυρίως ὅτι προσπαθῶ νὰ διορθώσω τήν ἁμαρτωλὴ μου ζωή.
Τό ἀποτέλεσμα τῆς ἔμπρακτης μετάνοιας τοῦ Ζακχαίου ἦταν ἄμεσο. Γιὰ τό λόγο αὐτὸ καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς ὅλους ποὺ παρευρίσκονταν ἐκεῖ: «Σήμερα ἔγινε σωτηρία σὲ τοῦτο τό σπίτι, γιατὶ καὶ αὐτὸς εἶναι παιδὶ τοῦ Ἀβραάμ», θέλοντας συγχρόνως μὲ τόν τρόπο αὐτό, νὰ δώση καὶ τήν ἀπάντηση σὲ ἐκείνους ποὺ Τόν κατηγοροῦσαν καὶ ἔλεγαν ὅτι μπῆκε στὸ σπίτι ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ. Ὁ ἀρχιτελώνης μᾶς ἔδειξε τόν σωστὸ δρόμο, μᾶς δίδαξε ὅτι ἡ ἀδικία δὲν ξεπερνιέται μόνο μέ δικαιοσύνη, ἀλλὰ ξεπερνιέται καὶ μέ ἀγάπη. Ἐπειδὴ μετάνοια θὰ πῆ ὄχι νὰ λυπᾶμαι ἁπλὰ γιὰ τίς ἀδικίες μου καὶ νὰ λέω μεγάλα λόγια μεταμέλειας, ἀλλὰ ὅτι πρέπει νὰ ἐπανορθώσω καὶ μέ ἔργα τίς ἀδικίες ποὺ ἔπραξα.
Ὁ Θεὸς, βλέποντας τήν μετάνοια τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ τήν ἐπιθυμία του γιὰ νὰ σωθῆ, ἐνεργεῖ ἀνάλογα καὶ πάντα διακριτικά. Αὐτὸ συνέβη καὶ στήν περίπτωση τοῦ Ζακχαίου. Ὁ Κύριος τόν πλησίασε μέ ἀγάπη, ἅπλωσε τό χέρι Του καὶ ὁ ἀρχιτελώνης, χωρὶς καθόλου νὰ χρονοτριβήσει, ἀνταποκρίθηκε σὲ αὐτὴ τὴν πρόσκληση.
Κι ἐμᾶς ὁ Θεὸς μᾶς προσκαλεῖ κοντὰ Του, μᾶς συμβουλεύει νὰ ἀποστρεφόμαστε τήν ἁμαρτία, νὰ μετανοοῦμε εἰλικρινὰ, νὰ μετανοοῦμε ἔμπρακτα. Μᾶς προσκαλεῖ δίχως νὰ πιέζη κανέναν, χωρὶς νὰ στερῆ τήν προσωπικὴ μας ἐλευθερία, καὶ αὐτὸ τό τονίζει ξεκάθαρα: «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν…». Αὐτὸν τόν λόγο ἂν προσέξουμε, θὰ μπορέσουμε νὰ πάρουμε τήν γενναῖα ἀπόφαση καὶ θὰ ἀκολουθήσουμε τόν Χριστὸ μέ λόγια καὶ ἔργα.
Εἶναι σίγουρο πὼς ὅλοι ἁμαρτάνουμε καθημερινά, ὅμως τό μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ βρίσκεται στὸ ὅτι δὲν ζητάει ἀπὸ μᾶς νὰ εἴμαστε ἀναμάρτητοι, ἀλλὰ ζητάει νὰ εἴμαστε ἀγωνιστὲς καὶ μᾶς ἀγαπᾶ ὅταν μετανοοῦμε. Ἐὰν δὲν ὑπάρχει μέσα μας αὐτὴ ἡ μεγάλη ἐπιθυμία νὰ γινόμαστε μὲ λόγια καὶ μὲ ἔργα ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, σημαίνει ὅτι ἀγαποῦμε τήν ἁμαρτία, σημαίνει ὅτι μᾶς εὐχαριστεῖ ἡ ζωὴ τῆς παρανομίας.
Ἡ ἀληθινὴ μετάνοια προσφέρει χαρὰ καὶ ψυχική ἀγαλλίαση. Ἄραγε, ὅταν λέμε ὅτι μετανοοῦμε, αἰσθανόμαστε μέσα μας τήν γαλήνη ποὺ προσφέρει ὁ Θεός; Μήπως θὰ πρέπει νὰ προσέξουμε, ὅτι ἐνῶ ἀποκηρύσσουμε τήν ἁμαρτία, στὴν πράξη ἐφαρμόζουμε τήν ἀδικία ἢ τή συκοφαντία ἢ τίς ἁμαρτωλές μας συνήθειες; Ἐὰν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αὐτὸ δὲν εἶναι μετάνοια, δὲν εἶναι μεταβολὴ τῆς ψυχῆς, εἶναι ἁπλῶς μία τυπικὴ καὶ ὑποκριτικὴ ἐνέργεια.
Ἡ μεταστροφὴ τοῦ ἀρχιτελώνη Ζακχαίου, μᾶς δείχνει ὅτι πάνω ἀπ’ ὅλα προέχει ἡ σωτηρία μας, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῆ μόνο μέ μετάνοια. Μετάνοια εἰλικρινῆ καὶ γνήσια, μετάνοια χωρὶς δικαιολογίες, χωρὶς προσπάθεια νὰ δικαιώσουμε τόν ἑαυτό μας. Ὁ Θεός μᾶς θέλει κοντὰ Του, κι ἐμεῖς δὲν πρέπει νὰ τό ἀγνοοῦμε αὐτὸ. Ἡ ὥρα γιὰ νὰ σωθοῦμε εἶναι τώρα, ἐτούτη ἐδῶ ἡ στιγμὴ, ἀλλὰ καὶ ἡ κάθε στιγμὴ ὅσο θὰ ζοῦμε. Ὁ Κύριος μᾶς περιμένει μετανοιωμένους ὥστε νὰ μᾶς σώση: «ἦλθε γὰρ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τό ἀπολωλὸς».
Πηγή: Μητρόπολη Σερβιών & Κοζάνης
