Ο εαυτός μου γίνεται η μεγαλύτερη κινητήρια δύναμη της κοινωνίας, ένας εαυτός απομονωμένος, κλεισμένος μέσα στη δική του αυτάρκεια.
«Και τι με εμποδίζει; Γιατί όχι;»
Τέτοιου είδους φράσεις ηχούν στις μέρες μας με μεγάλη ένταση· ιδιαίτερα σε νέους ανθρώπους, αλλά όχι μόνο. Ο άνθρωπος δεν βλέπει τον λόγο να περιορίσει τις επιθυμίες του· να περιορίσει, να βάλει σε έναν άξονα ή μια δομή τις επιλογές του. Νιώθει ικανός και δυνατός για όλα. Νιώθει ισχυρός να πραγματώσει κάθε θέλησή του, κάθε επιθυμία, όσο περίπλοκη και αν είναι αυτή. Αυτό που μας συμβαίνει είναι μια βαθιά αποθέωση του εαυτού μας, μια βαθιά αποθέωση της ατομικής μας συνείδησης και ύπαρξης. «Το θέλω εγώ; Το σκέφτομαι εγώ;» Όλα εκεί τελειώνουν.
Ο εαυτός μου γίνεται η μεγαλύτερη κινητήρια δύναμη της κοινωνίας.
Και είναι ένας εαυτός απομονωμένος, ένας εαυτός κλεισμένος μέσα στη δική του αυτάρκεια. Ένας εαυτός που δεν θέλει να αλλάξει, που δεν θέλει να μεταμορφωθεί. Ένας εαυτός που δεν κάνει ποτέ λάθος, που δεν μπαίνει καν σε προβληματισμούς και διλήμματα. Η ατομική μου ύπαρξη είναι η μόνη που ορίζει τι μου αρέσει, τι με συγκινεί, τι έχει ενδιαφέρον, τι θέλω και μπορώ να κάνω. Ο εαυτός μου ορίζει και τον κόσμο μου, ορίζει δηλαδή αυτό που είναι για μένα ο κόσμος όλος.
Τρομακτικό κλείσιμο, τρομακτικός εγκλωβισμός!
Το μόνο στοιχείο που καθορίζει την πορεία μου είναι το εγώ μου. Είναι το μυαλό μου, ο σκέψεις μου, οι συναισθηματισμοί μου, οι ψυχολογικοί εγκλωβισμοί μου. Το βλέπουμε γύρω μας παντού, το ζούμε καθημερινά. Κυριαρχούμαστε από την ηθική του εαυτού, από την ηθική του γούστου μας. «Έτσι μου αρέσει. Γιατί όχι; Δεν καταλαβαίνω τον λόγο. Αρκεί να μην συγκρούομαι με τον άλλο». Και όταν ακόμα συμβαίνει αυτό δεν με νοιάζει, δεν με αγγίζει, μου είναι αδιάφορο. Ο άλλος μου είναι αδιάφορος. Με ενδιαφέρει μόνο όταν συσχετίζεται με το γούστο μου, με τις ατομικές μου επιδιώξεις, με τις ατομικές μου επιλογές.
Σε ένα τέτοιο κόσμο μπορώ να κάνω τα πάντα, μπορώ να γίνω τα πάντα.
Είμαι ένα ανεξέλεγκτο όπλο ικανοποίησης του εγωϊσμού μου, ικανοποίησης ενός ασύδοτου και ισχυρού ναρκισσισμού μου. Ό,τι και αν σκεφτώ, ό,τι και αν πράξω δικαιώνομαι. Ό,τι κι αν συμβεί γύρω μου, γίνεται για μένα. Οι άνθρωποι, τα πράγματα, τα γεγονότα, η ιστορία ολάκερη, υπάρχουν ως προς εμένα, αναφέρονται σε μένα. Ο φίλος, ο σύντροφος, ο άνθρωπός μου αποτελούν αντικείμενα μου. Πράγματα τα οποία υπάρχουν, γιατί υπάρχω εγώ. Το πιο συγκλονιστικό, ωστόσο, το οποίο δεν περνά συχνά από το δικό μας το μυαλό είναι ότι αποτελώ και εγώ για αυτούς ένα ανάλογο αντικείμενο.
Καμία σημασία δε δίνεται, πλέον, στις διεργασίες εκείνες του μυαλού και της ψυχής που μπορούν να εμπλουτίσουν τον άνθρωπο, να καθορίσουν τη προσωπικότητα του και να προάγουν μια διαλεκτική κοινωνία προσώπων. Το πρόσωπο το ίδιο φαίνεται, τελικά, να αντικαθίσταται από τον άνθρωπο των μαζών που ανακυκλώνει παρωχημένες ιδέες και υιοθετεί στάσεις και συμπεριφορές χωρίς να ξέρει τον λόγο, χωρίς να ξέρει τι θέλει και πόσο το θέλει, χωρίς να μπορεί να διεκδικήσει, χωρίς να μπορεί να ελευθερωθεί από τα δεσμά της μιμητικής και μηδενιστικής κοινωνίας.
Απότοκος αυτών των γεγονότων, σε επίπεδο πολιτείας, είναι η «καταχρηστική επίκληση του δικαιώματος, το οποίο, πλέον, δεν επιζητείται ηθικοκεντρικά αλλά με άξονα την αυτό-κατοχύρωση και τη ναρκισσιστική καθήλωση». Οι κάθε είδους δημόσιες διεκδικήσεις παίρνουν τη μορφή αναγκαιότητας και υποχρέωσης και κάθε πράξη λαμβάνει σημασίας μόνο εντός του συνόλου. Η φύση χάνει τη κανονιστική μορφή της και ορίζεται κάτω από μια χρηστική συνθήκη, η οποία έχει ονομαστεί ηθική του γούστου. Με λίγα λόγια, μπορώ να κάνω ό,τι θέλω.
Όπως αναφέρει και ο Παπαδιαμάντης, «Επέστη ο καιρός της αυτολατρείας και πάσαι αι άλλαι θρησκείαι καταργήθησαν. Αρκεί να τρέφη τα πάθη του έκαστος». Τελικά, αυτό που βιώνεται είναι η νέκρωση της ελευθερίας, αφού λόγω αυτού του ολοκληρωτικού μηδενισμού (ολοκληρωτικός επειδή δεν έχει τίποτα να αντιπροτείνει στη θέση αυτού που μηδενίζει), δεν του δίνεται άλλη επιλογή από τον πνευματικό αλλά και υπαρξιακό θάνατο.
Το τελικό στάδιο αυτής της νομοτελειακής ψυχικής αδρανοποίησης στην οποία μπορεί να οδηγηθεί ο άνθρωπος, εξαντλεί τα αξιακά κριτήρια και ο ίδιος αδυνατεί να θέσει θεμελιώδη ηθικά διλήμματα στη ζωή του και εγκλωβίζεται στη σύγχυση που του προτείνει αυτή η φιλελεύθερη υποδούλωση. Κάτω από το «όλα επιτρέπονται» ελλοχεύει το ‘τίποτα δεν αξίζει’.
Τι θα μπορούσε, αδιαμφισβήτητα, να λυτρώσει και να ελευθερώσει τον άνθρωπο σήμερα; Η αυτεπίγνωση, η προσφορά, η απροϋπόθετη αγάπη, η θυσιαστική διάθεση για τον διπλανό. Όταν υποτάξω το Εγώ μου και αντιληφθώ τον εαυτό μου ως πρόσωπο που μπορεί να διαλεχθεί και να κοινωνήσει με τον άλλον ουσιαστικά, όταν προτιμήσω την αυθυπέρβαση και προσφορά του εαυτού μου σε αυτόν από τη προσωπική κατοχύρωση, όταν αποκτήσω ταπεινό φρόνημα, όταν κατανοήσω μέσω της μετάνοιας γιατί έκανα το ένα και γιατί το άλλο (μετάνοια=μεταστροφή του νου και της σκέψης)(5), όταν νοηματοδοτήσω τη ζωή μου και τις επιθυμίες μου με κάτι ανώτερο από την αυτό-επιβεβαίωση και ορίσω την ελευθερία μου με βάση αυτό, τότε θα μπορώ να θωρακιστώ με τις ανώτερες αξίες του κόσμου αυτού και θα ολοκληρωθώ ως προσωπικότητα αυτόνομη και ταυτόχρονα αναγκαία σχετιζόμενη με το κόσμο.
Κάπου σε μια γωνιά, λιγάκι απόμερη, βρίσκεται ο Χριστός, ο Θεός που έγινε άνθρωπος και σταυρώνεται από αυτούς, τους οποίους ήρθε να σώσει. Πόσο άδειοι είμαστε από αγάπη; Από μια αγάπη που δεν χωρά στην Ηθική του Γούστου.
Πηγή: ΙΚ Νικηφόρου, π.Λουδοβίκου, Μ.Μιχαηλίδης, Κ. Τριανταφύλλου

