Άρθρο 01, 30.12.2025

Ανεχόμενοι τον εαυτό μας

Μολονότι μπορούμε να χρησιμοποιούμε προσευχές που έγραψαν οι Άγιοι (κι όπως έχω πει είναι χρήσιμο να τις έχουμε σε εφεδρεία, όταν δεν είμαστε σε θέση να αυτοσχεδιάσουμε), τις στιγμές που είμαστε ψυχικά πεσμένοι συμβαίνει να μην ξέρουμε σε ποιον να προσευχηθούμε: Ο Θεός είναι σαν να μην υπάρχει, ο ουρανός άδειος και νιώθουμε σαν να κραυγάζουμε απελπισμένα χωρίς κανείς να μας ακούει.

Όταν ο Θεός φαίνεται σαν απών, ο ουρανός άδειος και το κενό απέραντο, πρέπει να κατευθύνουμε την προσευχή μας όχι πλέον προς Αυτόν, αλλά προς τον εαυτό μας. Θα πρέπει να απευθύνουμε κάθε λέξη προσευχής προς τη δική μας ταλαίπωρη και κοιμισμένη ψυχή. Να αντιμετωπίσουμε την ψυχή μας όπως η μητέρα παίρνει το άτακτο παιδί στην αγκαλιά της και του λέει μια ιστορία. Στην αρχή το παιδί την αγνοεί, αργότερά αρχίζει να την προσέχει. Κατά τον ίδιο πες τρέπει να ξεκινήσουμε προφέροντας κάθε λέξη σαν απλό νόημα κι όχι για να συνειδητοποιήσουμε τη βαρύτητά της. Πρώτα λέμε τις λέξεις και τις κατανοούμε απλά με το μυαλό μας, κατόπιν τις προσφέρουμε στην καρδιά μας. Επαναλαμβάνουμε μια φράση ή μέρος μιας φράσης, μια, ίσως δυο, τρεις φορές προσπαθώντας να φλογίσουμε ό,τι απέμεινε ζωντανό μέσα μας τα από τις στάχτες. Δεν πρέπει να αλυσοδέσουμε τη θέλησή μας, αλλά να την αφήσουμε άνετη στην ησυχία της. Αφού η ησυχία είναι κομμάτι της ασκήσεως.

Πρέπει να είμαστε σε θέση να αποδεσμεύσουμε τον εαυτό μας, να ’μαστε ευέλικτοι, όχι παθητικοί, αλλά σε κατάσταση «υποταγής». Να προσέχουμε με το μυαλό ανοιχτό και να ανταποκρινόμαστε με κάθε ζωντανό κομμάτι του είναι μας στις γνωστές φράσεις, σε λόγια που ειπώθηκαν στην έρημο από αγωνιστές της προσευχής και της εν Θεώ ζωής.

Εάν απλώς δώσουμε προσοχή σ’ αυτές τις φράσεις, έτσι χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, χωρίς να επιβαρύνουμε την κόπωση και εξάντλησή μας, μετά αν τις επαναλάβουμε, αν προσπαθήσουμε να γευτούμε το νόημά τους και να νιώσουμε τη βαρύτητά τους – τότε, συχνά μετά από κάμποσο, ίσως αρκετό, καιρό οι φράσεις αυτές θα μας επαναφέρουν στη ζωή˙ πρώτα την καρδιά μας, κατόπιν τη θέλησή μας, και θα μας επαναδραστηριοποιήσουν, θα μας κάνουν ικανούς για την υπέρτατη κίνηση της προσευχής.

Σ’ αυτή την περίσταση το σώμα μας, που είναι συχνά εμπόδιο στην προσπάθειά μας για προσευχή, μπορεί να γίνει απείρως χρήσιμο. Αυτό το σώμα, που είναι μέλος του σώματος του Χριστού και τρέφεται από τα μυστήρια, μπορεί να ξαναζωντανέψει την ψυχή μας. Διότι το σώμα παίζει ενεργό ρόλο στην εσωτερική μας ζωή. Παίρνει μέρος, συνειδητά ή υποσυνείδητα, σε κάθε κίνηση της ψυχής μας, κάθε αίσθημα, σκέψη, πράξη της θέλησης, ή υπερβατική εμπειρία.

Η ανταπόκριση του σώματος είναι διπλή. Παίζει το ρόλο της στην προσπάθειά μας να συγκεντρωθούμε και προσαρμόζεται στο αντικείμενο αυτής της αυτοσυγκέντρωσης. Αυτό δε συμβαίνει όπως – όπως. Διαφορετικά μέλη του σώματος συμμετέχουν σε διαφορετικά αντικείμενα προσοχής. Και η σκέψη ή αίσθηση γύρω από το ίδιο αντικείμενο (περισσότερο ή λιγότερο καθαρή, περισσότερο δραστήρια ή περισσότερο παθητική) επίσης ενεργοποιεί διαφορετικά μέλη του σώματος. Μόνο οι ονειροπολήσεις δεν μπορούν σταθερές. Περιπλανώνται κατά βούληση, όπως λέει ο Θεοφάνης ο Έγκλειστος σαν «άτακτο σμήνος από μύγες» ή κατά τον Ραμακρίσνα, «σαν πίθηκοι που πηδούν από κλαδί σε κλαδί».

Μόλις εμπλακούμε σε μια επιτακτική σκέψη ή αίσθημα, αμέσως όλη η σωματική δραστηριότητά μας αποκτά μια απλότητα και συνοχή με τη σκέψη ή το αίσθημα αυτό: Η συνείδησή μας στενεύει και προσδιορίζει ένα φυσικό χώρο προσοχής (με τα συνακόλουθα ψυχοσωματικά χαρακτηριστικά).

Η άσκηση του αυτοπεριορισμού, η σωματική άσκηση είναι ο μόνος τρόπος να πετύχει κανείς πλήρη σταθερότητα στην προσευχή. Η αυθόρμητη προσευχή, που την προκαλεί η έκσταση ή ο πόνος, είναι πολύ εξαρτημένη από το τυχαίο. Μόνο η προσευχή που προέρχεται από πίστη και σταθερή θέληση μπορεί να μας φέρει πρόσωπο με πρόσωπο με τον Θεό. Η ύψιστη προσευχή στην Ορθόδοξη Εκκλησία, που χαρακτηρίζεται όσο καμιά άλλη απ’ αυτή τη σταθερότητα και που λέγεται προσευχή του Ιησού, είναι: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ελέησέ με τὸν ἁμαρτωλό».

 

Πηγή: Επίσκοπος Αντώνιος του Σουρόζ, Θέλει τόλμη η προσευχή, 2000