Άρθρο 15, 08.04.2024

ΤΑ ΕΜΠΟΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ (1/2)

Ένα μεγάλο εμπόδιο για την αληθινή μετάνοια είναι η απελπισία. Ο άνθρωπος μετά από την αμαρτία δέχεται έντονα τους νυγμούς της συνειδήσεως. Είναι ένας σωτήριος μηχανισμός και υγιής άμυνα του εσωτερικού κόσμου της καρδιάς για να αποβάλλει τον τεράστιο όγκο και το βάρος της αμαρτίας. Αδυσώπητη, έρχεται η λύπη για να αναταράξει τα έσωθεν και να «ξεράσει» το αχώνευτο φαγητό της αμαρτίας. Η αμαρτία γεννά την λύπη και η λύπη γεννά την μετάνοια. Η λύπη όντως είναι ένας δρόμος που οδηγεί στην μετάνοια και την ειρήνη. Οδηγεί στον Θεό για να ζητήσει την συγχώρηση και την αποκατάσταση και την λύτρωση. Αυτή η λύπη του ασώτου υιού της παραβολής του Χριστού άνοιξε τον δρόμο της επιστροφής στον πατέρα. Είναι η «κατά Θεόν λύπη» (Β’ Κορινθ. 7, 10) και οδηγεί στην σωτηρία. Αυτή η κίνηση χρειάζεται μεγάλη ταπείνωση καθώς και μεγάλη γνώση και πίστη στην αγάπη του Θεού. Αυτή η λύπη μετά από την αμαρτία έρχεται στον άνθρωπο είτε μέσα από την καρδιά του σωτήρια, είτε προκαλείται από τους διδασκάλους του Ευαγγελίου και τους Πνευματικούς Πατέρες διά του εμπνευσμένου λόγου των.

Όμως αυτή «η κατά Θεόν» λύπη μπορεί να ξεφύγει και να γίνει μέσα στην καρδιά του ανθρώπου υπερβολή λύπης, που είναι η απελπισία και η απόγνωση. Αυτή η απόγνωση κυριολεκτικά κατατρώγει την δύναμη της ψυχής. «Είωθε γαρ η της λύπης υπερβολή, όταν ημίν επισκήψη σφοδρότερον, άπασαν περιτρώγειν της ψυχής την ισχύν» (Ιερός Χρυσόστομος, Εκδ. Διώτη, 12, 147c). Ο απ. Παύλος οδήγησε με τον έλεγχό του σε τέτοια λύπη τον αιμομίκτη της Κορίνθου. Συζούσε με την μητρυιά του και παράλληλα κοινωνούσε των Μυστηρίων του Χριστού, γι’ αυτό και τον απέβαλε προς καιρόν από την τοπική Εκκλησία, διότι δεν είχε επίγνωση της αμαρτίας του. Όμως μετά από καιρό, όταν ανέτειλε η μετάνοια του αμαρτωλού από την μοναξιά και την αποπομπή του, ο ίδιος ο απόστολος παρακαλεί τους Κορίνθιους στην δεύτερή του επιστολή να τον «κυρώσουν» αγάπη για να «μη πλεονεκτηθώμεν υπό του σατανά», δηλ. για να μη τον αρπάξει δόλια ο διάβολος με την υπερβολή της λύπης. Οφείλει η Εκκλησία με τους πιστούς της να απλώνουν το χέρι της αγάπης στους πεπτωκότας αδελφούς για να μη τους κλέψει ο σατανάς με την απελπισία που εμβάλλει. Και λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος: «όπως στην τρικυμισμένη θάλασσα υψώνονται τα κύματα και καταποντίζουν το σκάφος, έτσι και η ψυχή κυριαρχούμενη από την αθυμία και την απελπισία αποπνίγεται αμέσως· αν δεν έχει κάποιο χέρι σωτήριο να την κρατήσει και να την σώσει, τότε η σωτήρια λύπη για τα αμαρτήματα γίνεται ολέθρια από την έλλειψη μέτρου και την υπερβολή» (Ιερός Χρυσόστομος, PG, MIGNE, 49, 281).
Μία μεγάλη μερίδα των ανθρώπων ευρισκόμενοι μπροστά στην αποδοχή των λαθών τους παίρνουν τον δρόμο αυτό της υπερβολής, που είναι «ακραία εγωιστικός». Μπαίνουν στην διαδικασία του αγρίου δικαστηρίου του εαυτού τους. Δεν μπορούν να τον αποδεχτούν στα χάλια που τον βλέπουν, τον ελεεινολογούν και τον κατηγορούν σκληρά και τον θεωρούν αδικαιολόγητο. Αυτό γίνεται πιο δυνατό κυρίως όταν πέφτουν και ξαναπέφτουν στο ίδιο παράπτωμα. Τον δικάζουν και αυτοτιμωρούνται με ποικίλους τρόπους, για να νιώσουν κάποια ελάφρυνση από τις τύψεις των. Θεωρούν ανάξιο τον εαυτό τους ενώπιον του Θεού και φοβούνται να Τον πλησιάσουν. Ένα νομικίστικο πνεύμα εισέρχεται μέσα τους για απόδοση δικαιοσύνης με την αυτοτιμωρία τους.
Στην ουσία υπάρχουν δύο άθλιες καταστάσεις εσωτερικές, ο εγωισμός και η απόρριψη της αγάπης του Θεού. Δεν θέλουν να αποδεχτούν την πραγματικότητα του εαυτού τους ως αμαρτάνοντος και βρίσκουν τρόπους αυτοδικαίωσης και αυτοτιμωρίας. Απομακρύνονται από την Θεία Κοινωνία αυτοτιμωρούμενοι, το ίδιο και από την Εκκλησία και την προσευχή ως ανάξιοι. Σαν να επιβάλλουν στον εαυτό τους μία πνευματική αυτοκτονία και αυτοεγκατάλειψη. Έτσι νιώθουν να εξιλεώνονται. Πολλοί είναι εκείνοι που και την φιλανθρωπία και την κοινωνική προσφορά την χρησιμοποιούν σαν μια έμμεση εξιλέωση και φυγή από τις τύψεις της συνειδήσεως. Πανικοβάλλονται μπροστά στην θέα του εαυτού τους, δεν μπορούν να δεχτούν την πραγματικότητα και απελπίζονται. Με τον τρόπο όμως αυτό αρνούνται την μεγάλη αγάπη του Χριστού που πέθανε πάνω στον Σταυρό για την σωτηρία όλων και αγνοούν ότι ο Θεός είναι ο Θεός των μετανοούντων. Η όλη αυτή εσωτερική διαδικασία οδηγεί σε μία καταπόνηση ψυχική που φέρνει σιγά-σιγά τον ψυχικό θάνατο. Είναι η πνευματική αυτοκτονία και η αυτοτιμωρία των εγωιστών, που μόνοι τους με την ευθύνη τους και την αμετανοησία τους οδηγούνται εκεί. Και η αληθινή μετάνοια οδηγεί στην συμφιλίωση με τον Θεό και στην συμφιλίωση με τον εαυτό τους και στην ψυχική υγεία. Η χαρά που πηγάζει από την καρδιά του ανθρώπου είναι το μεγάλο γεγονός. Ανήκει σ’ αυτούς που ξέρουν να μετανοούν καθημερινά και να πιάνονται από την αγάπη του Θεού ταπεινά.
Ο Ιούδας
Πάνω στις σκέψεις αυτές ως πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα έρχεται το πρόσωπο του Ιούδα που πρόδωσε τον Χριστό. Μετά από την προδοσία και την εξέλιξη του πάθους του Χριστού νιώθει πολύ έντονα την μεταμέλεια και τις τύψεις της συνειδήσεώς του. Θέλει να τιμωρήσει τον εαυτό του για το μεγάλο λάθος του που παρέδωκε έναν αθώο άνθρωπο. Προσπαθεί να εξιλεωθεί με το να ομολογήσει απελπισμένα στους γραμματείς το λάθος του και να επιστρέψει τα χρήματα της αμοιβής του. Αντιμετωπίζει όμως εκείνους ψυχρούς και ανελέητους και φθονερούς να τον εμπαίζουν και να τον καθιστούν πιο ένοχο. Ο Ιούδας περίμενε απ’ αυτούς έναν λόγο για να ησυχάσει από τις τύψεις, είτε να τον επαινέσουν και να τον επιβεβαιώσουν για την πράξη του, είτε να τον παρηγορήσουν για το λάθος του. Έψαχνε να πάρει κουράγιο από δικαιολογίες και προφασιολογίες και ψεύτικα στηρίγματα. Δεν άντεχε τον εαυτό του μπροστά στην μεγάλη του αμαρτία. Όμως απογοητεύτηκε από την αναισθησία και αναισχυντία τους. Τους πέταξε με οργή τα τριάκοντα αργύρια κατάμουτρα σαν να χρέωνε σ’ αυτούς την ευθύνη για το κατάντημά του και μετά κρεμάστηκε. Αυτοτιμωρείται, διότι αμάρτησε βαριά. Εγωιστής και φιλάργυρος οδηγείται από το πάθος του στην αυτοχειρία. Ήταν τρία χρόνια μαθητής του Χριστού και δεν είχε μάθει το βασικό μάθημα, την αγάπη του Κυρίου στους μετανοούντες. Το είχε δει και ακούσει πολλές φορές, όπως στο πρόσωπο της πόρνης και του Ζακχαίου, αλλά δεν μπορούσε να το εφαρμόσει στον εαυτό του, διότι ο εγωισμός του τον οδηγούσε στην απελπισία και τον θάνατο. Όλα αυτά τα χρόνια μέσα του περίμενε τον Μεσσία Χριστό σαν τον εκδικητή και τον τιμωρό των Ρωμαίων με το πνεύμα του εγκόσμιου βασιλιά και παράλληλα ήταν ο κλέφτης της ομάδος των μαθητών. Μία εσωτερική εγωιστική καρδιά προϋπήρχε της μαθητείας, που και ο ίδιος ο Χριστός δεν μπόρεσε να την αλλοιώσει. Ήταν σκληρός και εγωιστής. Ήταν επόμενο να φερθεί με την ίδια σκληρότητα και απελπισία στον εαυτό του. Όσο βαρύ κι αν ήταν το αμάρτημά του, αν πήγαινε κάτω από τον Σταυρό του Κυρίου, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα έπαιρνε την συγχώρηση. Αμφισβήτησε την αγάπη του Χριστού που είναι μεγάλη και που την είχε γευτεί τόσο άμεσα. Από τα χέρια Του είχε δει να πολλαπλασιάζονται τα ψωμιά και τα ψάρια. Μόνο με τον λόγο του Χριστού είχε δει να ανασταίνονται νεκροί και να θεραπεύονται οι άρρωστοι και oι μετανοούντες να βρίσκουν το έλεός Του και την χαρά τους. Όλα αυτά από τον Διδάσκαλό του, τον Ιησού Χριστό. Τελικά, η μεγάλη του αμαρτία δεν ήταν η προδοσία, αλλά η άρνηση της αγάπης του Χριστού. Ούτε ο Χριστός μπορούσε να τον βοηθήσει ούτε και να τον σώσει, αφού ο ίδιος δεν έκανε το πρώτο του βήμα.
Πολύ περιγραφικά και αποκαλυπτικά ο Ιερός Χρυσόστομος ομιλεί για την πτώση του Ιούδα στην οποία έπαιξε μεγάλο ρόλο ο Σατανάς και «πλεονέκτησε» με την υπερβολή της απελπισίας, καθώς και για την αγάπη του Χριστού, που θα μπορούσε να συγχωρήσει τον προδότη, αν πραγματικά μετανοούσε.
«Μετανόησε ο Ιούδας· αμάρτησα, είπε, παραδούς αίμα αθώον· άκουσε ο διάβολος τα λόγια του αυτά και κατάλαβε πως άρχισε τον δρόμο προς το καλύτερο και πως βαδίζει προς την σωτηρία, και φοβήθηκε την μεταβολή. Έλεγε πως έχει φιλάνθρωπο Δεσπότη· όταν επρόκειτο να τον προδώσει, δάκρυσε γι’ αυτόν και μύρια τον παρακάλεσε· πολύ περισσότερο δεν θα τον δεχθεί εν μετανοία; Ενώ ήταν αδιόρθωτος τον τραβούσε με την αγάπη Του και τον καλούσε· πολύ περισσότερο τώρα που διορθώνεται και έχει επίγνωση της αμαρτίας του, δεν θα τον δεχτεί κοντά Του; μα και γι’ αυτό ήλθε να σταυρωθεί. Τι έκανε λοιπόν; Τον θορύβησε· γέμισε την ψυχή του με το σκοτάδι της υπερβολής της αθυμίας, τον καταδίωξε, τον κυνήγησε μέχρι που να του βάλει τον βρόχο στον λαιμό του, και τον πέταξε έξω από την παρούσα ζωή και τον αποστέρησε από τον πόθο της μετανοίας. Το ότι, αν ζούσε, και αυτός θα σωζόταν, είναι φανερό από τους σταυρωτές Του· διότι, αν έσωσε αυτούς που Τον ανέβασαν πάνω στον Σταυρό, και αν ακόμη και πάνω στον Σταυρό παρακαλούσε τον Πατέρα και ζητούσε συγγνώμη για το τόλμημά τους, είναι φανερό ότι και τον προδότη με όλη Του την αγάπη θα τον δεχόταν, αν έδειχνε την σωστή μετάνοια· αλλά εκείνος δεν άντεξε να μείνει στο φάρμακο, διότι τον κατάπιε η περισσότερη λύπη» (Ιερός Χρυσόστομος, PG, MIGNE, 49, 282).
Σε μία άλλη του ομιλία περιγράφει σε τέσσερα στάδια την επιβολή και εξέλιξη της αμαρτίας πάνω στον Ιούδα: την αιχμαλωσία, την προδοσία, τον θεατρισμό και τον θάνατο. Πάντοτε ο κύριος στόχος του διαβόλου δεν είναι αυτή η ίδια η αμαρτία, αλλά η απελπισία και ο πνευματικός θάνατος.
«Άκουσον γουν πώς τον άθλιον και ταλαίπωρον Ιούδαν 1. λαβούσα αιχμάλωτον ουκ εφείσατο, (αιχμαλωσία) 2. αλλ’ εποίησε ιερόσυλον, προδότην· (προδοσία) 3. και μετά το την αμαρτίαν ανύσαι, εις θέατρον αυτόν ήγαγε τον Ιουδαίων, και απεκάλυψε το πλημμέλημα, (θεατρισμός) 4. και ουδέ ούτως αφήκε καρπώσασθαι το εκ της μετανοίας κέρδος, αλλά προαπήγαγε της μετανοίας, επί βρόχον αγαγούσα. (αυτοκτονία-θάνατος) Τύραννος γαρ χαλεπή, πονηρά επιτάττουσα επιτάγματα, και καταισχύνουσα τους υπακούοντας» (Ιερός Χρυσόστομος, Εκδ. Διώτη, 58, 170). Ο Προφητάναξ Δαβίδ και ο απόστολος Παύλος
Ο Ιερός Χρυσόστομος σε ομιλίες του στον 50ό Ψαλμό του Δαβίδ αναλύει το θέμα της απελπισίας. Είναι από τα σπουδαιότερα κείμενά του που ομιλούν για την αγάπη και την συγχώρηση. Ως παράδειγμα ελπίδος προβάλλεται πολύ περιγραφικά ο ίδιος ο προφήτης Δαβίδ. Ο Δαβίδ, ως παράδειγμα μετανοίας, γίνεται το λιμάνι της σωτηρίας για τον κάθε αμαρτωλό, ώστε να μην απελπισθεί, αλλά να μπορέσει να αποβάλει την αμαρτία.
«Όταν αμαρτήσεις, μην απελπιστείς αλλά πάραυτα τρέξε για την ανάστασή σου. Μην πεις μέσα σου· αλίμονό μου, χάθηκα! πόρνευσα, μοίχευσα, σκότωσα. Έχεις λιμάνι σωτηρίας όπου γαληνεύεις από την αμαρτία. Όταν δω τον Δαβίδ που δέχτηκε τέτοια τραύματα αμαρτίας και να σπαράσσει από τον πόνο της, τότε τρέχω αμέσως στην μετάνοια και με παρρησία χύνω πηγές δακρύων» (Ιω. Δαμασκηνός, sacra parallela, PG, MIGNE, 96, 116).
Ο βασιλιάς Δαβίδ υπέπεσε σε διπλή αμαρτία, την μοιχεία και τον φόνο. Όμως με την μετάνοιά του εξαλείφθηκαν όλα και αποκαταστάθηκε στον Θεό. Πολύ αναλυτικά περιγράφει ο Ιερός Πατήρ την εξέλιξη της αμαρτίας του καθώς και την μετάνοιά του μετά τον έλεγχο του προφήτου Νάθαν. Και μετά την περιγραφή έρχεται σε μία παραίνεση και ελπίδα προς όλους τους αμαρτωλούς. Αντιπαραβάλλει δε και με τον απόστολο Παύλο και προβάλλει το μεγάλο θαύμα της αλλαγής και της μετανοίας του.
«Γι’ αυτό και ο Θεός διάλεξε για να σώσει εκείνους που ήταν οι εκλεκτοί της αμαρτίας, ώστε κανείς μετά από αυτούς να μην απελπίζεται για την δικιά του σωτηρία. Είσαι ασεβής; Σκέψου τους μάγους. Είσαι κλέφτης; Σκέψου τον τελώνη. Είσαι ανήθικος; Σκέψου την πόρνη. Είσαι φονιάς; Θυμήσου τον ληστή. Είσαι παράνομος; Σκέψου τον βλάσφημο Παύλο που έγινε μετά ευαγγελιστής· πριν ζιζάνιο και μετά σιτάρι· πριν λύκος και μετά ποιμένας· πριν μολύβι και μετά χρυσάφι· πριν πειρατής και καταποντιστής και μετά κυβερνήτης. Πριν να διώκει την Εκκλησία και μετά να του εμπιστεύεται ο Θεός την Εκκλησία· πριν να καταστρέφει το αμπέλι και μετά να γίνεται ο φυτευτής· πριν να γκρεμίζει τον ναό, και μετά να τον οικοδομεί. Είδες από την μία μεριά την υπερβολή της κακίας, είδες όμως και την αρετή που νικά. Είδες την τρέλα του δούλου. Είδες και την φιλανθρωπία του Δεσπότου. Μη μου λές, είμαι βλάσφημος, είμαι διώκτης, είμαι ανήθικος. Έχεις παραδείγματα για όλες τις κατηγορίες των αμαρτωλών. Σ’ όποιο λιμάνι θέλεις κατάφυγε. Θέλεις στην Καινή Διαθήκη; Θέλεις στην Παλαιά Διαθήκη; Στην Καινή, ο Παύλος και στην Παλαιά, ο Δαβίδ. Μην προφασίζεσαι. Μη ραθυμείς. Αμάρτησες; Μετανόησε. Μύριες φορές αμάρτησες; Μύριες φορές μετανόησε. Αυτά τα φάρμακα επαλείφω συνεχώς πάνω στην φλεγμονή για να την θεραπεύσω. Ξέρω πολύ καλά πόσο μεγάλη είναι η απελπισία της συνείδησης. Στέκεται ο διάβολος και ακονίζει τα ξίφη του λέγοντας αυτά τα λόγια, όλη σου η νιότη ήταν μέσα στην αισχύνη της αμαρτίας· όλη σου την ζωή την ξόδεψες· στην αρχή με τις πόρνες και μετά με τις κλοπές, τις πλεονεξίες, τα ψέματα, τους όρκους, τις βλασφημίες. Ποια ελπίδα σωτηρίας μπορείς να έχεις; είναι όλα χαμένα, γι’ αυτό απόλαυσε την παρούσα ζωή. Αυτά είναι τα λόγια του διαβόλου, αλλά τα δικά μου είναι αλλιώτικα. Έχεις χάσει την ψυχή σου; Μπορείς να σωθείς. Μοίχευσες; Μπορείς να απαλλαγείς από την αμαρτία αυτή. Έπεσες; Μπορείς να σηκωθείς. Μικρή η μετάνοιά σου; Αλλά μεγάλη είναι η φιλανθρωπία του Δεσπότου. Φόνευσες; Μετανόησε και άλλαξε ζωή. Μοίχευσες; Εξομολογήσου. Έπεσες; Αναστήσου. Τραυματίστηκες; Θεραπεύσου. Και έως ότου αναπνέεις, ακόμη κι αν αμαρτήσεις και την τελευταία στιγμή την ώρα που ψυχορραγείς πάνω στο κρεβάτι σου και πρόκειται να φεύγεις από το θέατρο του κόσμου αυτού, και τότε είναι καιρός μετανοίας» (Ιω. Δαμασκηνός, sacra parallela, PG, MIGNE, 96, 125-128).
Απλά παραδείγματα
H αμαρτία μπροστά στην φιλανθρωπία του Θεού δεν έχει καμία δύναμη. Είναι πολύ εύκολη η διάλυσή της αρκεί ο άνθρωπος να μην απελπισθεί. Η αμαρτία ομοιάζει σαν την αράχνη που μόλις φυσήξει ο άνεμος διαλύεται: «τι έστιν αμαρτία προς την του Δεσπότου φιλανθρωπίαν; Αράχνη, άνεμος εφύσησεν, και διασπάται η αράχνη· Θεός βούλεται, και ου καταλύεται αμαρτία;… μηδέποτε απογίνωσκε ανθρώπου, ει μη του απογινώσκοντος εαυτού». Ο Θεός παρέχει την λύτρωση των αμαρτιών με μεγάλη ευκολία και απλότητα αρκεί να καταθέσει ο άνθρωπος την μετάνοιά του. Δεν υπάρχει αμαρτία που να μην μπορεί να την συγχωρήσει. Πέλαγος είναι η αγάπη Του. Κι αν είναι κάρβουνο αναμμένο, το ρίχνεις στην θάλασσα του ελέους του Θεού και σβήνει.
«Είσαι αμαρτωλός; Μην απελπισθείς. Δεν θα παύσω ποτέ να σου δίνω σαν φάρμακο την συμβουλή αυτή. Διότι ξέρω πολύ καλά πόσο σπουδαίο όπλο είναι εναντίον του διαβόλου το να μην απελπιζόμαστε ποτέ. Αν έχεις λοιπόν αμαρτήματα, μην αποθαρρύνεσαι. Και αν αμαρτάνεις κάθε ημέρα, να μετανοείς κάθε ημέρα. Εκείνο που κάνουμε για τα παλαιά σπίτια, αυτό ας εφαρμόσουμε και στον εαυτό μας. Όταν εκείνα σε μερικά μέρη φθαρούν και χαλάσουν, αφαιρούμε τα σάπια και τα αντικαθιστούμε με καινούργια και ποτέ δεν παύουμε να επαγρυπνούμε και να ενδιαφερόμαστε για την επισκευή τους. Αυτό ας κάνουμε και για τον εαυτό μας. Εάν, λόγου χάριν, σήμερα πάλιωσες λόγω της αμαρτίας, φρόντισε να ξανακαινουργιώσεις τον εαυτό σου με την μετάνοια… Σκέψου μία σπίθα που πέφτει μέσα στο πέλαγος. Μήπως μπορεί να σταθεί και να φανεί πουθενά; Ε! Λοιπόν. Ό,τι είναι η σπίθα μέσα στο πέλαγος, αυτό είναι η αμαρτία μέσα στην φιλανθρωπία του Θεού. Ή μάλλον ούτε τόσο, αλλά πολύ λιγότερο. Διότι το πέλαγος, όσο μεγάλο κι αν είναι, πάντως έχει τέλος. Ενώ η φιλανθρωπία του Θεού δεν έχει τέλος και όριο. Αυτά σας τα λέγω, όχι για να σας κάνω αμελείς, αλλά τουναντίον, για να σας παρακινήσω στο να γίνετε προθυμότεροι και θερμότεροι στον βίο της μετανοίας και της αρετής» (Ιερός Χρυσόστομος).
Τα παραδείγματα του Ιερού Πατρός είναι εκφραστικά της μεγάλης αυτής αλήθειας, της αγάπης του Θεού. Όσο όμως κι αν είναι τόσο εύκολη η συγχώρηση των αμαρτιών, τόσο αδύνατη καθίσταται, αν δεν δώσει ο άνθρωπος κάτι μέσα από την καρδιά του. Ο ίδιος ο Χριστός ζητά να του δώσει κάτι μοναδικό και αυτό είναι μόνο τα δάκρυα και η εξομολόγηση.
«Τούτο λέγει και ο Κύριος· εξομολόγησίν μοι δος και δάκρυον και μετάνοιαν, και τα άλλα από της εμής φιλανθρωπίας δωρούμαί σοι» (Ιω. Δαμασκηνός, sacra parallela, PG, MIGNE, 96,132). Η συγχώρηση του ανθρώπου εξαρτάται καθαρά από την μετάνοιά του, και όσο πιο δυνατή είναι, τόσο πιο μεγάλη γίνεται και η χαρά της λύτρωσης, «οξεία η μετάνοια, οξυτέρα και η συγχώρησις» (Ιω. Δαμασκηνός, sacra parallela, PG, MIGNE, 96,145).
Πηγή: Αρχιμ. Σεβαστιανός Τοπάλης