22-2023

Η πλάνη οφείλεται σε αμέλεια

Γιατί νὰ πλανηθεῖ ὁ πρῶτος ἄνθρωπος; Γιατί μὲ τὴν πρώτη δοκιμασία ποὺ ἦρθε ἡττήθηκε ἀμέσως τὸ ἠθικό του αὐτεξούσιο; Μήπως δὲν ἦταν ἀρκετὰ ἰσχυρὸς γιὰ νὰ ἀντισταθεῖ καὶ νὰ ὑπομείνει τὴ δοκιμασία; Ὄχι βέβαια!
Διότι ὁ Θεὸς οὐδέποτε παραχωρεῖ νὰ πειρασθεῖ ὁ ἄνθρωπος παραπάνω ἀπὸ τὴ δύναμή του. Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ δὲν ἐπιτρέπει τέτοια δοκιμασία. Ἡ δοκιμασία εἶναι ἀνάλογη μὲ τὴ δύναμη καὶ τὴν ἀντίσταση. Ἀλλὰ τότε, γιατί νικήθηκε;
Ὁ λόγος τῆς ἥττας βρίσκεται μέσα στὸν ἄνθρωπο διότι ἂν καὶ ὑπῆρχε μέσα του ἡ δύναμη τῆς ἀντίστασης, δὲν ἔκανε χρήση αὐτῆς. Καὶ ποιὸ ἦταν τὸ αἴτιο τῆς παράλειψης; Ἡ ἀμέλεια! Ἡ ἀμέλεια πρὸς τὸ καθῆκον.
Ὁ ἄνθρωπος εἶχε καθῆκον νὰ ἀνυψώνεται πρὸς τὸν Θεό· νὰ ὁδηγεῖ τὸν νοῦ του μόνο πρὸς Ἐκεῖνον καὶ ὄχι νὰ ἀναζητᾶ τὴν εὐχαρίστηση στὶς ἀπολαύσεις τῶν δημιουργημάτων. Ἡ προσήλωσή του στὰ γήινα ἐπέφερε τὴν ἀμέλεια τοῦ καθήκοντος πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν ἑαυτό του. Ἐξαιτίας τῆς ἀμέλειας ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, χάνοντας ἔτσι μεγάλο μέρος ἀπὸ τὴ θεία δύναμη ποὺ τὸν ἐνίσχυε· γι᾿ αὐτὸ νικήθηκε καὶ ἔπεσε στὴν ἁμαρτία.

Ἂν ὁ Ἀδὰμ δὲν εἶχε ἤδη ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν θὰ τὸν νικοῦσε ὁ ἐχθρός, καθότι θὰ τὸν ἐνίσχυε ἡ θεία δύναμη. Ἡ ἐνατένιση πρὸς τὸ ἀπαγορευμένο ξύλο ἦταν ἔνδειξη τῆς προσήλωσής του στὴν ὕλη. Τότε κοιτάζει κάποιος πρὸς τὴν ὕλη, ὅταν ἔχει ἀποσύρει τὴ ματιά του ἀπὸ τὸν Θεό. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἐξερευνοῦσαν τὴν ὡραιότητα τῶν καρπῶν τοῦ ἀπαγορευμένου δένδρου, ἦταν σημάδι τῶν γήινων φρονημάτων τους. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ προσέβλεψαν σ᾿ αὐτό, ἡ πτώση τοῦ Ἀδὰμ ἦταν γεγονὸς ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συντελεστεῖ. Ὁ Διάβολος προέτρεψε τὸν ἄνθρωπο, τὴ στιγμὴ ποὺ ἦταν ἤδη κάτω ἀπὸ τὸ δέντρο καὶ λαχταροῦσε τοὺς καρπούς του. Ἂν δὲν ἔβλεπε πρὸς τὸ δέντρο, δὲν θὰ νικιόταν ἀπὸ τὸν Διάβολο. Ἡ ἐνατένιση ἐπέφερε τὴν πτώση.

Παρατηροῦμε λοιπὸν ὅτι αἰτία τῆς πτώσης δὲν ἦταν ἡ ἠθική του ἀδυναμία ἢ κάποια ἄλλη ἀτέλεια, ἀλλὰ ἡ ἀμέλεια στὸ ὑψηλό του καθῆκον, στὸ καθῆκον του νὰ λατρεύει τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀτενίζει μόνο πρὸς Αὐτόν. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος παραγγέλλει πολλὲς φορὲς πρὸς τοὺς μαθητές του: «μένετε ἄγρυπνοι καὶ προσεύχεστε, γιὰ νὰ μὴ σᾶς νικήσει ὁ πειρασμός» (Μτ. κστ΄ 41)· διότι ἐνόσω γρηγοροῦν καὶ προσεύχονται, ὁ νοῦς προσηλώνεται στὸν Θεὸ κι ἔτσι τὰ ἐκτοξευόμενα βέλη τοῦ πονηροῦ δὲν μποροῦν νὰ προσβάλλουν τοὺς λογισμούς. Ἐπιτυγχάνουν δὲ ξαφνικά, αἰφνιδιαστικά, βαριὰ τραύματα, ἀμέσως μόλις βροῦν τὸν νοῦ καὶ τὴ σκέψη διασκορπισμένα στὴν κτίση. Ἀληθινά, τότε πειραζόμαστε, ὅταν αἰσθανθοῦμε τὴν προσβολή. Τὴν αἰσθανόμαστε μάλιστα ὅταν ἡ προσοχή μας στραφεῖ πρὸς αὐτή, ὅταν ὑπάρξει δηλαδὴ συγκατάθεση. Γι᾿ αὐτὸ εἶπε ὁ Κύριος: «ἴνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν». Δηλαδὴ νὰ μὴ δεχθοῦμε τὶς προσβολές, ἀφοῦ ὅσο τὶς ἀποκρούουμε δὲν εἰσερχόμαστε στὸν πειρασμό. Ἄρα ὁ Ἀδὰμ μπῆκε στὸν πειρασμὸ γιατὶ δέχτηκε καὶ συγκατάνευσε στὶς προσβολές. Ἁμαρτάνουμε λοιπὸν γιατὶ ἔχουμε προδιάθεση στὴν ἁμαρτία ἡ ὁποία γεννιέται ἀπὸ τὴν ἀμέλειά μας στὸ νὰ λατρεύουμε τὸν Θεό.

Γιὰ τὰ ἁμαρτήματα ποὺ γίνονται ἀπὸ ἀμέλεια, νά τί γράφει ὁ θεῖος Χρυσόστομος: «Ἐνῶ βρίσκετε ἀφύσικο καὶ δὲν ἀνέχεστε νὰ εἶστε τὸ βράδυ σπίτι σας δίχως λυχνάρι καὶ φῶς γιὰ νὰ βλέπετε, ὡστόσο ἀφήνετε τὴν ψυχή σας ἔρημη, δίχως νὰ βλέπει, μὲ τὸ νὰ μὴν ἀκούει καμιὰ διδασκαλία ποὺ θὰ τὴ διαφωτίσει. Ἐδῶ συνίστανται τὰ πολλά μας ἁμαρτήματα· γιατὶ δὲν ἀνάβουμε γρήγορα λυχνάρι, δίνοντας φῶς στὴν ψυχή. Ἔτσι καθημερινὰ πέφτουμε σὲ λάθη. Ἀλλὰ καὶ ὁ νοῦς μας βρίσκεται σὲ ἀκαταστασία, ἐπειδὴ ἐνῶ δεχόμαστε τὴν ἀκρόαση τῶν θείων λόγων μέσα στὴν Ἐκκλησία, πρὶν καλὰ-καλὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴν πόρτα της, ἀμέσως τοὺς πετᾶμε˙ καὶ κατασβήνοντας τὸ φῶς ποὺ δεχθήκαμε, βαδίζουμε ἐκ νέου στὸ πυκνὸ σκοτάδι. Ἀλλὰ ἂν μέχρι τώρα γινόταν κάτι τέτοιο, ἀπὸ δῶ καὶ πέρα ἂς μὴν ξαναγίνει. Ἂς ἔχουμε πλέον συνεχῶς τὸ λυχνάρι τῶν θείων λόγων νὰ καίγεται μέσα στὸν νοῦ καὶ τὴ σκέψη μας. Νὰ ἔχουμε δὲ ὑπόψη μας ὅτι τὴν ψυχὴ πρέπει νὰ τὴν καλλωπίζουμε περισσότερο ἀπὸ τὸ σπίτι μας, γιατὶ αὐτὸ θὰ μείνει ἐδῶ, τὴν ψυχή μας ὅμως θὰ τὴν πάρουμε στὸν οὐρανό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀξίζει περισσότερη φροντίδα.

Τώρα βέβαια, εἶναι κάποιοι ποὺ φέρονται καὶ ζοῦν τόσο ἄθλια, ποὺ τὰ μὲν σπίτια τους τὰ διακοσμοῦν μὲ χρυσοὺς ὀρόφους καὶ διανθισμένα ψηφιδωτά, ζωγραφισμένα ἄνθη, λαμπροὺς κίονες καὶ γενικὰ στολίζουν ἐπιμελῶς τὰ πάντα, τὴ διάνοιά τους ὅμως τὴν ἔχουν νὰ στέκεται εὐτελέστερη καὶ ἀπὸ ἔρημο πανδοχεῖο, γεμάτο βόρβορο, καπνὸ καὶ δυσωδία, γεμάτο ἀπὸ ἀπερίγραπτη ἐρημιά. Ποιὰ εἶναι ἡ αἰτία ὅλων αὐτῶν; Τὸ ὅτι δὲν καίει συνεχῶς μέσα μας τὸ λυχνάρι τῆς διδασκαλίας. Ἔτσι παραμελοῦνται τὰ ἀναγκαῖα καί, ἀντίθετα, δίνεται μεγάλη σημασία καὶ προσοχὴ σὲ ὅσα δὲν ἔχουν καμιὰ ἀξία. Αὐτὰ δὲν τὰ λέω μόνο γιὰ τοὺς πλούσιους ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς φτωχούς». Ἐδῶ λοιπὸν ἐντοπίζονται ἡ παράβαση τοῦ ἠθικοῦ νόμου, τὰ διάφορα ἁμαρτήματα, ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ τεῖχος τῆς ἔχθρας ποὺ ὀρθώνεται μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, τὰ πολλὰ βάσανα ποὺ μᾶς καταθλίβουν καὶ ἡ πολλή μας κακοδαιμονία.

Πηγή: Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ, 2017.