Κυριακή 22.03.2026
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ - Κατα Μαρκον θ´ 17-31
Αρχαίο Κείμενο 17 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ γονυπετῶν αὐτῷ καὶ λέγων· Διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρὸς σέ, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. 18 καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ῥήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. 19 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· Ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. 20 καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. 21 καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· Παιδιόθεν. 22 καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ’ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ’ ἡμᾶς. 23 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. 24 καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. 25 ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφὸν, ἐγὼ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. 26 καὶ κράξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτόν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. 27 ὁ δὲ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη. 28 Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτόν κατ’ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. 29 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. 30 Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· 31 ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι Ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.Ερμηνευτική απόδοση 17 Και λαμβάνοντας τον λόγο ένας από το πλήθος είπε· “Διδάσκαλε, σου έφερα το παιδί μου, που έχει καταληφθεί από πονηρό πνεύμα και το οποίο του έχει αφαιρέσει την λαλιά. 18 Και σε όποιον τόπο το καταλάβει, το συγκλονίζει και το ρίχνει κάτω και το κάνει να αφρίζει, να τρίζει τα δόντια του και να μένει ξηρό και αναίσθητο. Και είπα στους μαθητές σου να διώξουν αυτό το πονηρό πνεύμα, και δεν μπόρεσαν”. 19 Ο Ιησούς τότε αποκρίθηκε σε αυτόν και είπε· “ω γενεά, που μένεις ακόμη άπιστη, παρ' όλα τα θαύματα που έχεις δει· έως πότε θα είμαι μαζί σας; Έως πότε θα σας ανέχομαι; Φέρτε τον σε μένα”. Και έφεραν πράγματι το δαιμονιζόμενο παιδί στον Ιησού. 20 Και το πνεύμα το πονηρό, μόλις είδε τον Ιησού, αμέσως συγκλόνισε με σπασμούς τον νέο, ο οποίος αφού έπεσε στην γη, κυλιόταν κάτω και έβγαζε αφρούς. 21 Και ρώτησε ο Κύριος τον Πατέρα του νέου· “πόσος καιρός είναι από τότε που συνέβη αυτό;” Και εκείνος είπε· “από την παιδική του ηλικία. 22 Και πολλές φορές τον έριξε στην φωτιά και στα νερά, για να τον εξοντώσει. Αλλά εάν μπορείς να κάνεις κάτι, σπλαγχνίσου μας και βοήθησέ μας”. 23 Ο Ιησούς του είπε τούτο· “εάν εσύ μπορείς να πιστέψεις, τότε όλα είναι δυνατά για αυτόν που πιστεύει”. 24 Και αμέσως ο πατέρας του παιδιού με δάκρυα στα μάτια κραύγασε και είπε· “πιστεύω, Κύριε, βοήθησέ με να ελευθερωθώ από την ολιγοπιστία και να αποκτήσω ζωντανή πίστη”. 25 Επειδή ο Ιησούς είδε ότι λαός έτρεχε από τα διάφορα μέρη και μαζευόταν εκεί, επέπληξε το ακάθαρτο πνεύμα και του είπε· “πνεύμα άλαλο και κωφό, εγώ σε διατάζω, βγες από αυτόν και ποτέ πλέον να μην ξαναεισέλθεις σε αυτόν”. 26 Και το πνεύμα το πονηρό αφού κραύγασε και συγκλόνισε παρά πολύ τον νέο, βγήκε από αυτόν. Και έμεινε ο νέος σαν πεθαμένος, ώστε πολλοί να λένε ότι πέθανε. 27 Ο Ιησούς τον έπιασε από το χέρι, τον σήκωσε και εκείνος στάθηκε όρθιος. 28 Όταν εισήλθε ο Κύριος σε ένα σπίτι, οι μαθητές του τον ρωτούσαν ιδιαιτέρως· “γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να διώξουμε το ακάθαρτο πνεύμα;” 29 Και εκείνος τους είπε· “αυτό το γένος των δαιμονίων με τίποτε άλλο δεν διώχνεται, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία”. 30 Και αφού αναχώρησαν από εκεί, προχωρούσαν από απόμερους δρόμους δια μέσου της Γαλιλαίας και δεν ήθελε να μάθει κανείς για την διάβαση του αυτή. 31 Και τούτο, διότι δίδασκε τους μαθητές του ιδιαιτέρως και τους πληροφορούσε, ότι ο Υιός του Ανθρώπου παραδίδεται σε χέρια μοχθηρών ανθρώπων, οι οποίοι και θα τον θανατώσουν, και αφού θανατωθεί, την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί. |
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ - Προς Εβραιους ς´ 13-20
Αρχαίο Κείμενο 13 Τῷ γὰρ Ἀβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ’ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ’ ἑαυτοῦ 14 λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε· 15 καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας· 16 ἄνθρωποι μὲν κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος· 17 ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, 18 ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος· 19 ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, 20 ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα.Ερμηνευτική απόδοση 13 Στον Αβραάμ, όταν είχε δώσει ο Θεός τις μεγάλες υποσχέσεις, επειδή δεν είχε κανένα μεγαλύτερο του-εφόσον αυτός είναι ο μόνος απειροτέλειος-δια να ορκισθεί και να βεβαιώσει έτσι κατά τον απόλυτο τρόπο τον Αβραάμ, ότι ασφαλώς και βεβαίως θα τις εκπληρώσει, ορκίστηκε στον εαυτό του 14 λέγοντας· “αληθώς και βεβαίως θα σε ευλογήσω πλουσίως και θα αυξήσω εις πλήθος πολύ και αναρίθμητον τους απογόνους σου”. 15 Και έτσι ο Αβραάμ πίστεψε στον Θεό, περίμενε με ακλόνητη αναμονή, και πέτυχε την εκπλήρωση της υπόσχεσης, (διότι αφ' ενός μεν απέκτησε υιό εκ της Σάρας, τον Ισαάκ, γενάρχη και αρχηγό έθνους, εφ' ετέρου από την χώρα των πνευμάτων είδε την ενανθρώπηση του Υιού του Θεού, του ευλογημένου Σωτήρος των ανθρώπων). 16 Διότι οι άνθρωποι ορκίζονται συνήθως στον Θεό, τον μεγαλύτερο από όλους, και δίνεται όρκος, για να σταματήσει κάθε αντιλογία μεταξύ τους και για να επιβεβαιωθούν επισήμως τα λεγόμενα. 17 Γι' αυτό και ο Θεός, επειδή ήθελε με μεγαλύτερη βεβαιότητα να δείξει στους κληρονόμους των υποσχέσεών του ότι η απόφαση του είναι αμετάκλητη και αμετακίνητη, δέχτηκε συγκαταβατικά να χρησιμοποιείςει ως μέσο επιβεβαίωσης τον όρκο. 18 Και έτσι με δύο πράγματα, τα οποία είναι αμετάκλητα και αμετακίνητα, δηλαδή με την υπόσχεση του και τον όρκο του, στα οποία είναι εντελώς αδύνατο να πει ψέματα ποτέ ο Θεός, να έχουμε την βεβαιότητα και το στήριγμα να κρατήσουμε την ελπίδα, η οποία μας έχει προσφερθεί. 19 Αυτή την ελπίδα την έχουμε σαν άγκυρα της ψυχής ασφαλή και σταθερή, η οποία εισέρχεται και μας κρατάει σταθερά ενωμένους προς τον ουρανό, τον οποίο ουρανό συμβόλιζε εκείνο το τμήμα από το παραπέτασμα της σκηνής του μαρτυρίου, τα Άγια των Αγίων. 20 Στον ουρανό εισήλθε πρωτοπόρος, για χάρη μας, ο Ιησούς, και έγινε αρχιερέας κατά τον τύπο του Μελχισεδέκ, όχι προσωρινός, αλλά αιώνιος. |
