Τετάρτη 06.05.2026

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ - Κατα Ιωαννην ζ´ 14-30

Αρχαίο Κείμενο

14 Τῆς ἑορτῆς μεσούσης ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ ἱερὸν καὶ ἐδίδασκε. 15 ἐθαύμαζον οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντες· Πῶς οὗτος γράμματα οἶδε μὴ μεμαθηκώς; 16 ἀπεκρίθη οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· Ἡ ἐμὴ διδαχὴ οὐκ ἔστιν ἐμὴ, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με· 17 ἐάν τις θέλῃ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιεῖν, γνώσεται περὶ τῆς διδαχῆς, πότερον ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν ἢ ἐγὼ ἀπ’ ἐμαυτοῦ λαλῶ. 18 ὁ ἀφ’ ἑαυτοῦ λαλῶν τὴν δόξαν τὴν ἰδίαν ζητεῖ, ὁ δὲ ζητῶν τὴν δόξαν τοῦ πέμψαντος αὐτόν, οὗτος ἀληθής ἐστιν, καὶ ἀδικία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν. 19 οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὸν νόμον; καὶ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ποιεῖ τὸν νόμον. τί με ζητεῖτε ἀποκτεῖναι; 20 ἀπεκρίθη ὁ ὄχλος καὶ εἶπε· Δαιμόνιον ἔχεις· τίς σε ζητεῖ ἀποκτεῖναι; 21 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἓν ἔργον ἐποίησα, καὶ πάντες θαυμάζετε διὰ τοῦτο 22 Μωϋσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὴν περιτομήν, οὐχ ὅτι ἐκ τοῦ Μωϋσέως ἐστὶν, ἀλλ’ ἐκ τῶν πατέρων, καὶ ἐν σαββάτῳ περιτέμνετε ἄνθρωπον. 23 εἰ περιτομὴν λαμβάνει ἄνθρωπος ἐν σαββάτῳ, ἵνα μὴ λυθῇ ὁ νόμος Μωϋσέως, ἐμοὶ χολᾶτε ὅτι ὅλον ἄνθρωπον ὑγιῆ ἐποίησα ἐν σαββάτῳ! 24 μὴ κρίνετε κατ’ ὄψιν, ἀλλὰ τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνατε. 25 Ἔλεγον οὖν τινες ἐκ τῶν Ἱεροσολυμιτῶν· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὃν ζητοῦσιν ἀποκτεῖναι; 26 καὶ ἴδε παρρησίᾳ λαλεῖ, καὶ οὐδὲν αὐτῷ λέγουσι. μήποτε ἀληθῶς ἔγνωσαν οἱ ἄρχοντες ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ Χριστός; 27 ἀλλὰ τοῦτον οἴδαμεν πόθεν ἐστίν· ὁ δὲ Χριστὸς ὅταν ἔρχηται, οὐδεὶς γινώσκει πόθεν ἐστίν. 28 ἔκραξεν οὖν ἐν τῷ ἱερῷ διδάσκων ὁ Ἰησοῦς καὶ λέγων· Κἀμὲ οἴδατε, καὶ οἴδατε πόθεν εἰμί· καὶ ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλήλυθα, ἀλλ’ ἔστιν ἀληθινὸς ὁ πέμψας με, ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε· 29 ἐγὼ οἶδα αὐτόν, ὅτι παρ’ αὐτοῦ εἰμι κἀκεῖνός με ἀπέστειλεν. 30 Ἐζήτουν οὖν αὐτὸν πιάσαι, καὶ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ’ αὐτὸν τὴν χεῖρα, ὅτι οὔπω ἐληλύθει ἡ ὥρα αὐτοῦ.

Ερμηνευτική απόδοση

14 Όταν η εορτή βρισκόταν στο μέσο, δηλαδή κατά την τέταρτη ημέρα, ανέβηκε ο Ιησούς στην αυλή του Ναού και δίδασκε τα πλήθη. 15 Και θαύμαζαν οι Ιουδαίοι και έλεγαν· “πως αυτός γνωρίζει γράμματα, χωρίς να έχει μαθητεύσει σε καμμία ραββινική σχολή;” 16 Απάντησε σε αυτούς ο Ιησούς και είπε· “η διδασκαλία μου δεν είναι ανθρώπινη, σαν αυτή που διδάσκουν οι ραββίνοι στις σχολές τους, αλλά ούτε και δική μου· είναι διδασκαλία εκείνου, ο οποίος με έστειλε στον κόσμο. 17 Όποιος θέλει ειλικρινώς να πράττει το θέλημα του Θεού, θα γνωρίσει από την προσωπική του πείρα, ποιόν από τα δύο είναι αληθινό· Από τον Θεό προέρχεται η διδασκαλία μου ή εγώ από τον εαυτό μου την έχω επινοήσει. 18 Εκείνος που διδάσκει από τον εαυτό του, ζητάει να δοξασθεί ο ίδιος ως διδάσκαλος. Αυτός όμως που ζητάει την δόξα εκείνου που τον έχει στείλει, αυτός είναι αληθινός σε όλα όσα λέει, διότι κινείται από ανιδιοτελή ελατήρια και δεν υπάρχει σε αυτόν καμμία αμαρτία. 19 Ο Μωϋσής δεν έδωσε σε εσάς τον νόμο; Και όμως κανείς από εσάς δεν φυλάσσει τον νόμο. Διότι εάν τηρείτε τον νόμο, τότε γιατί ζητείτε να με φονεύσετε, αφού ο νόμος ρητώς απαγορεύει τον φόνο;” 20 Απάντησε ο όχλος και είπε· “έχεις δαιμόνιο που σου σκοτίζει τον νου. Ποιός ζητάει να σε φονεύσει;” 21 Απάντησε ο Ιησούς και τους είπε· “έκαμα ένα έργο (θεράπευσα τον παράλυτο) και όλοι απορήσατε, διότι νομίσατε ότι κατέλυσα την αργία του Σαββάτου. 22 Ο Μωϋσής σας έδωσε την περιτομή. Για την ακρίβεια, δεν έχει καθιερωθεί από τον Μωϋσέα η περιτομή, αλλά από την παράδοση των παλαιοτέρων προγόνων σας. Και εάν τύχει η ογδόη ημέρα από την γέννηση του βρέφους να είναι Σάββατο, και τότε κάνετε περιτομή στον άνθρωπο. 23 Εάν, λοιπόν, υποχρεωτικώς παίρνει ο άνθρωπος περιτομή κατά το Σάββατο, για να μην καταλυθεί ο νόμος του Μωϋσή, που ορίζει πως οπωσδήποτε κατά την όγδοη ημέρα πρέπει να γίνει η περιτομή, εσείς εκδηλώνετε όλη την πικρία σας εναντίον μου, διότι ολόκληρο άνθρωπο τον έκαμα υγιή κατά την ημέρα του Σαββάτου! 24 Μην σχηματίζετε κρίσεις από τα εξωτερικά φαινόμενα, αλλά να κρίνετε δικαίως, όπως επιβάλλουν τα πράγματα, η λογική και ο Θεός”. 25 Έλεγαν, λοιπόν, μερικοί από τους Ιεροσολυμίτες· “δεν είναι αυτός, που οι άρχοντες ζητούν να τον φονεύσουν; 26 Και ιδού, ομιλεί άφοβα και φανερά και τίποτε δεν αντιλέγουν σε αυτόν. Μήπως πραγματικά κατάλαβαν οι άρχοντες, ότι αυτός αληθώς είναι ο Χριστός; 27 Αλλά τούτο εδώ γνωρίζουμε καλά από που και από ποιούς κατάγεται. Ο Χριστός όμως όταν έρθει, κανείς δεν γνωρίζει από που και πότε έρχεται”. 28 Φώναξε με μεγάλη φωνή ο Ιησούς τότε στις αυλές του Ναού διδάσκοντας και λέγοντας· “και εμένα γνωρίζετε και από που είμαι γνωρίζετε. Η γνώση σας όμως είναι ατελής. Διότι δεν γνωρίζετε, ότι εγώ δεν έχω έρθει από τον εαυτό μου, αλλά έχω έρθει από τον Θεό, που με έστειλε και ο οποίος είναι ο απολύτως αληθινός. Αυτόν όμως εσείς δεν τον γνωρίζετε. Γι' αυτό και δεν είστε σε θέση να γνωρίσετε την γνήσια και αληθινή αποστολή μου. 29 Εγώ όμως τον γνωρίζω, διότι έχω γεννηθεί προαιωνίως από αυτόν και έχω, ως Θεός, την ίδια με εκείνον ουσία και φύση, και εκείνος με έστειλε στον κόσμο”. 30 Εξαιτίας αυτών που είπε, ζητούσαν πάλι να τον πιάσουν οι Ιουδαίοι. Κανείς όμως δεν άπλωσε σε αυτόν το χέρι, διότι ακόμη δεν είχε έρθει η ώρα που ήταν ορισμένη από τον Θεό.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ - Πραξεις Αποστολων ιδ´ 6-18

Αρχαίο Κείμενο

6 συνιδόντες κατέφυγον εἰς τὰς πόλεις τῆς Λυκαονίας Λύστραν καὶ Δέρβην καὶ τὴν περίχωρον, 7 κἀκεῖ ἦσαν εὐαγγελιζόμενοι. 8 Καί τις ἀνὴρ ἐν Λύστροις ἀδύνατος τοῖς ποσὶν ἐκάθητο, χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων, ὃς οὐδέποτε περιεπεπατήκει. 9 οὗτος ἤκουσε τοῦ Παύλου λαλοῦντος· ὃς ἀτενίσας αὐτῷ καὶ ἰδὼν ὅτι πίστιν ἔχει τοῦ σωθῆναι, 10 εἶπε μεγάλῃ τῇ φωνῇ· Ἀνάστηθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου ὀρθός. καὶ ἥλατο καὶ περιεπάτει. 11 οἱ δὲ ὄχλοι ἰδόντες ὃ ἐποίησεν ὁ Παῦλος ἐπῆραν τὴν φωνὴν αὐτῶν Λυκαονιστὶ λέγοντες· Οἱ θεοὶ ὁμοιωθέντες ἀνθρώποις κατέβησαν πρὸς ἡμᾶς· 12 ἐκάλουν τε τὸν μὲν Βαρνάβαν Δία, τὸν δὲ Παῦλον Ἑρμῆν, ἐπειδὴ αὐτὸς ἦν ὁ ἡγούμενος τοῦ λόγου. 13 ὁ δὲ ἱερεὺς τοῦ Διὸς τοῦ ὄντος πρὸ τῆς πόλεως αὐτῶν, ταύρους καὶ στέμματα ἐπὶ τοὺς πυλῶνας ἐνέγκας, σὺν τοῖς ὄχλοις ἤθελε θύειν. 14 ἀκούσαντες δὲ οἱ ἀπόστολοι Βαρνάβας καὶ Παῦλος, διαρρήξαντες τὰ ἱμάτια αὐτῶν εἰσεπήδησαν εἰς τὸν ὄχλον κράζοντες 15 καὶ λέγοντες· Ἄνδρες, τί ταῦτα ποιεῖτε; καὶ ἡμεῖς ὁμοιοπαθεῖς ἐσμεν ὑμῖν ἄνθρωποι, εὐαγγελιζόμενοι ὑμᾶς ἀπὸ τούτων τῶν ματαίων ἐπιστρέφειν ἐπὶ τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα, ὃς ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς· 16 ὃς ἐν ταῖς παρῳχημέναις γενεαῖς εἴασε πάντα τὰ ἔθνη πορεύεσθαι ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν· 17 καίτοι γε οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτὸν ἀφῆκεν ἀγαθοποιῶν, οὐρανόθεν ὑμῖν ὑετοὺς διδοὺς καὶ καιροὺς καρποφόρους, ἐμπιπλῶν τροφῆς καὶ εὐφροσύνης τὰς καρδίας ὑμῶν. 18 καὶ ταῦτα λέγοντες μόλις κατέπαυσαν τοὺς ὄχλους τοῦ μὴ θύειν αὐτοῖς.

Ερμηνευτική απόδοση

6 κατάλαβαν αυτοί τις κακές διαθέσεις τους και κατέφυγαν στις πόλεις της Λυκαονίας, την Λύστρα και την Δέρβη και στα περίχωρα. 7 Και εκεί κήρυτταν το Ευαγγέλιο. 8 Στα Λύστρα καθόταν κάποιος άνθρωπος, ο οποίος είχε αδύνατα πόδια, διότι ήταν χωλός από την κοιλιά της μητέρας του και δεν είχε ποτέ περπατήσει. 9 Αυτός άκουσε με προσοχή και πίστη τον Παύλο. Ο Παύλος, όταν τον παρατήρησε προσεκτικά και είδε ότι είχε πίστη, για να γίνει το θαύμα της θεραπείας του, 10 είπε με μεγάλη φωνή· “σήκω στα πόδια σου όρθιος”. Και αμέσως εκείνος πήδηξε και εντελώς υγιής περπατούσε. 11 Τα πλήθη του λαού, όταν είδαν το θαύμα που έκανε ο Παύλος, με δυνατή φωνή είπαν στην λυκαονική γλώσσα τους· “οι θεοί πήραν μορφή ανθρώπων και κατέβηκαν σε εμάς”. 12 Τον Βαρνάβα τον ονόμαζαν Δία, για το παράστημα και την σοβαρότητα του, τον Παύλο τον ονόμαζαν Ερμή, επειδή αυτός ήταν ο αρχηγός του λόγου. 13 Ο ιερέας του Διός, του οποίου ο ναός ήταν κτισμένος εμπρός από την πόλη, έφερε ταύρους και στεφάνια κοντά στις μεγάλες θύρες του τείχους, όπου βρισκόταν ο ναός, και ήθελε μαζί με το πλήθος του λαού να προσφέρει θυσία προς τιμή των δύο Αποστόλων. 14 Οι Απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος, όταν το άκουσαν αυτό, έσκισαν τα ιμάτιά τους, για να εκφράσουν έτσι την διαμαρτυρία και αγανάκτηση τους και όρμησαν μέσα στο πλήθος φωνάζοντας 15 και λέγοντας· “άνθρωποι, γιατί τα κάνετε όλα αυτά; Και εμείς είμαστε όμοιοι με εσάς άνθρωποι, έχοντας την ίδια ασθενή και αδύνατη ανθρώπινη φύση. Κηρύττουμε σε εσάς, να αφήσετε αυτά τα ψευδή και μάταια περί θεών και θυσιών, που έως τώρα πιστεύατε, και να γυρίσετε στον Θεό τον ζωντανό και αληθινό, ο οποίος έκανε τον ουρανό και την γη και την θάλασσα και όλα όσα υπάρχουν σε αυτά. 16 Αυτός ο Θεός, στις περασμένες γενιές, άφησε τους εθνικούς να βαδίζουν τον δρόμο τους, να ζουν και να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τις αμαρτωλές διαθέσεις της καρδιάς τους, 17 μολονότι ο Θεός δεν άφησε τον εαυτό του χωρίς μαρτυρίες και μεταξύ αυτών, για την ύπαρξη του και την τελειότητα του, διότι και τότε σας ευεργετούσε και έστελνε από τον ουρανό ωφέλιμες βροχές και κατάλλήλους καιρούς για πλούσια καρποφορία και σας έδινε άφθονη τροφή και χαρά στις καρδιές σας”. 18 Και με αυτά τα λόγια οι Απόστολοι μόλις και μετά βίας σταμάτησαν τους όχλους ώστε να μην προσφέρουν σε αυτούς θυσίες.