Άρθρο 08, 16.02.2026

Πίστη

Πιστεύω στον Θεό… Όμως τι σημαίνει πιστεύω, τι είναι η πίστη; Αν κοιτάξουμε αποσπασματικά αυτή τη διαβεβαίωση «Πιστεύω στον Θεό» και στοχαστούμε τι θα μπορούσαν να σημαίνουν αυτές οι λέξεις, τότε ερχόμαστε σε αμηχανία… Και αυτό αληθεύει έστω κι αν νομίζαμε ότι τις κατανοούσαμε.

Πρώτα απ’ όλα, είναι προφανές ότι πίστη και γνώση δεν είναι το ίδιο, ή τουλάχιστον όπως η γνώση χρησιμοποιείται συνήθως στην καθημερινή της σημασία. Αν πω: «Πιστεύω στον Θεό» -δηλ. γνωρίζω ότι ο Θεός υπάρχει- αυτός ο τύπος γνώσεως δεν είναι με κανένα τρόπο παρόμοιος με τη γνώση ότι μέσα στο δωμάτιο μου υπάρχει ένα τραπέζι και έξω από το παράθυρο μου πέφτει η βροχή. Αυτή η τελευταία -αυτή που αποκαλούμε αντικειμενική γνώση- είναι ανεξάρτητη από εμένα, εισέρχεται στη συνείδηση μου ξέχωρα από τη θέληση μου, ανεξάρτητα από οποιουδήποτε είδους ελεύθερη επιλογή. Είναι, στην πραγματικότητα, «αντικειμενική», και Εγώ -το υποκείμενο, το πρόσωπο εντός μου- έχω τη δυνατότητα μόνο να την αποδεχτώ και να την οικειοποιηθώ. Όμως όταν λέω «Πιστεύω στον Θεό», επιχειρώ τότε μια κατάφαση η οποία απαιτεί μία εκλογή, μια απόφαση. Με άλλα λόγια, προϋποθέτει ένα είδος πολύ προσωπικής συμμετοχής από ολόκληρη την ύπαρξη μου. Ευθύς μόλις αυτή η προσωπική συμμετοχή, αυτή η εκλογή εξαφανισθεί, η πίστη μου πεθαίνει, γίνεται στην πραγματικότητα μη υπαρκτή. Η αυθεντική πίστη αυτού του είδους είναι πολύ μακριά από τα μέτρα μας και γι’ αυτό η πίστη δεν θα πρέπει με κανένα τρόπο να μειώνεται σε ένα απλό αντικειμενικό, ανεξάρτητο τμήμα των πεποιθήσεων μου και της κοσμοθεωρίας μου.

Πολλοί άνθρωποι στρέφονται στον Θεό σε στιγμές φόβου, δυστυχίας ή πόνου, όμως όταν αυτές οι στιγμές περάσουν, επιστρέφουν σε μια ζωή που δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με την πίστη, και ζουν σαν ο Θεός να μην υπήρχε. Επίσης, πολλοί άνθρωποι δεν πιστεύουν τόσο πολύ στον Θεό όσο στη θρησκεία, όσο κι αν αυτό μπορεί να ακούγεται παράξενο. Τους αρέσει απλά να βρίσκονται στην εκκλησία, το βρίσκουν βολικό και άνετο. Πολλοί απ’ αυτούς τους ανθρώπους έχουν εξοικειωθεί από την παιδική τους ηλικία με την «ιερότητα» της εκκλησίας και των τελετουργιών. Εκεί τα πάντα είναι όμορφα, βαθιά, μυστηριακά – εντελώς διαφορετικά απ’ ό,τι τα βρίσκουν στην καθημερινή παραφροσύνη και στην κακία του κόσμου. Και χωρίς ποτέ να συλλογιστούν πάνω σ’ αυτό ή να το ψάξουν βαθύτερα οι άνθρωποι αυτοί συνεχίζουν να ζουν αυτή τη «θρησκευτικότητα». Όμως η θρησκευτικότητα δεν έχει σχεδόν καμιά σχέση με την «πραγματική ζωή». Η θρησκευτικότητα παρέχει καλές, καθαρές «εμπειρίες», κάνει ευκολότερη τη ζωή˙ αλλά η θρησκεία μέσα σ’ αυτό το σχήμα απομονώνεται και χωρίζεται από την αληθινή ζωή.

Τελικά υπάρχει μια τρίτη κατηγορία ανθρώπων: εκείνων που θεωρούν τη θρησκεία σαν κάτι χρήσιμο και απαραίτητο για την ανθρώπινη κοινωνία, για το έθνος, για την οικογένεια, για τα παιδιά, για τους ετοιμοθάνατους και τους αρρώστους, για τη διατήρηση της τιμιότητας και της ηθικής. Με άλλα λόγια, αυτοί οι άνθρωποι περιορίζουν τη θρησκεία στη χρησιμότητα της. Θυμάμαι όταν ήμουν νέος ιερέας, πώς με πλησίαζαν οι μητέρες για να τις βοηθήσω στο ξερίζωμα κάποιας κακής συνήθειας των παιδιών τους μέσω της εξομολογήσεως. «Πέστε στο παιδί μου ότι ο Θεός βλέπει τα πάντα, έτσι θα φοβηθεί και δεν θα ξανακάνει εκείνο ή το άλλο…».

Η θρησκεία ως βοήθεια και παρηγοριά, η θρησκεία ως ένα είδος ψυχαγωγικής διασκέδασης με ιερά και υψηλά πράγματα, η θρησκεία ως χρησιμότητα. Σε όλα αυτά υπάρχει κάποια δόση αληθείας, όμως όταν περιοριστεί μόνο σ’ αυτά, η θρησκεία δεν είναι πια πίστη, όπως την περιέγραψε ο απόστολος Παύλος στην αυγή του χριστιανισμού: «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Έβρ. 11:1).

Ας συλλογιστούμε αυτά τα παράξενα λόγια: «ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Είναι παράξενα εξαιτίας μιας φαινομενικής αντιφάσεως: Αν ελπίζω σε κάτι, τότε πώς γίνεται να είναι ήδη πραγματοποιημένο; Αν έχει ήδη πραγματοποιηθεί, τότε λογικά δεν υπάρχει τίποτα για το οποίο να ελπίζω. Και πώς είναι δυνατόν κάτι που δεν φαίνεται -ή με αλλά λόγια, κάτι που είναι αδύνατον να παρατηρήσουμε και να εξετάσουμε- να φαίνεται και να γνωρίζεται; Πώς μπορεί μέσα μου να γίνει κάτι αυθεντικό και αληθινό, κάτι πραγματικό, αυτό που εγώ ήδη κατέχω; Ωστόσο ακριβώς μ’ αυτό τον τρόπο, χρησιμοποιώντας αυτές τις φαινομενικές αντινομίες, ο απόστολος Παύλος ορίζει την πίστη. Πρόσεξε πώς αυτός ο ορισμός δεν περιλαμβάνει τη λέξη Θεός˙ αυτή η λέξη εμφανίζεται αργότερα, στους επόμενους στίχους της επιστολής του. Εδώ μιλά για την πίστη ως μια ξεχωριστή, χαρακτηριστικά ανθρώπινη κατάσταση – ένα είδος χαρίσματος που κατέχουν τα ανθρώπινα οντά.

«Λοιπόν λες πως είναι ένα χάρισμα, όμως τι χάρισμα»; Σ’ αύτη την ερώτηση μπορούμε να απαντήσουμε ως έξης: είναι ο πόθος, η λαχτάρα, η ελπιδοφόρα. προσδοκία για κάτι επιθυμητό, το αόριστο προαίσθημα για εκείνο το κάτι άλλο που μόνο του θα κάνει τη ζωή άξια να την ζεις.

Και εδώ συμβαίνει κάτι παράξενο: ο άθεος φιλόσοφος Jean Paul Sartre ορίζει τον άνθρωπο με τον ίδιο σχεδόν τρόπο λέγοντας: «ο άνθρωπος είναι ένα άχρηστο πάθος». Αποκαλεί αυτό το πάθος, αυτό τον πόθο, «άχρηστο», γιατί κατά τη γνώμη του είναι απατηλός: δεν υπάρχει τίποτα να ποθήσουμε, δεν υπάρχει τίποτα στο οποίο να ελπίζουμε ή να προσδοκούμε, δεν υπάρχει τίποτα για το οποίο να διψάσουμε. Όμως αυτό που έχει σημασία είναι πως ακόμα κι αυτός ανακαλύπτει στον άνθρωπο αυτή την ελπιδοφόρα προσδοκία και δίψα. Έτσι λοιπόν η ίδια η πίστη, σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο, είναι η γνώση και η δυναμική συνάντηση εκείνου το οποίο κάποιος -χωρίς ίσως ακόμα και να το καταλαβαίνει- προσδοκά εν ελπίδι, είναι η λαχτάρα και η δίψα που αποκαλύπτονται ως η ίδια η ζωή του. Αν αύτη η δίψα δεν υπήρχε, αν αυτή η ελπιδοφόρα προσδοκία δεν υπήρχε, τότε δεν θα υπήρχε επίσης και συνάντηση, και αν αυτό για το οποίο διψά ένας άνθρωπος δεν υπάρχει, τότε κι αυτή η προσδοκία μέσα του δεν θα υπήρχε. Είναι ακριβώς σ’ αυτή τη δυναμική συνάντηση που το ανείπωτο γίνεται βεβαιότητα, κάτι για το οποίο έχω την εμπειρία του ως οικείου, ως πραγματικότητας.

Όλα αυτά σημαίνουν πως η πίστη, στη χριστιανική εμπειρία, δεν είναι ο καρπός και η εκδήλωση απλά της γνώσεως, δεν είναι το συμπέρασμα που βασίζεται στη λογική και την ανάλυση. Η πίστη δεν είναι ένας διανοητικός υπολογισμός, αλλά ούτε και είναι απλά ένα θρησκευτικό συναίσθημα που υπάρχει για μια στιγμή και έπειτα, ίσως, εξατμίζεται και χάνεται. Πίστη είναι η δυναμική συνάντηση, η πραγματική συνάντηση ανάμεσα σε ό,τι είναι βαθύτερο στον άνθρωπο -εκείνης της δίψας που αποτελεί τόσο έκδηλα μέρος του είναι του και εκείνου προς το οποίο αυτή κατευθύνεται- ακόμα κι αν δεν γνωρίζει τι είναι αυτό. Ο Άγιος Αυγουστίνος ήταν εκείνος που μίλησε καλύτερα γι’ αυτή την «υπόσταση των ελπιζομένων» και γι’ αυτό τον «έλεγχο πραγμάτων ου βλεπομένων» όταν έλεγε: «Μας έπλασες για Σένα Κύριε και οι καρδιές μας δεν βρίσκουν ανάπαυση μέχρι να αναπαυτούν σε Σένα». Όμως αυτό μας φέρνει στην τρίτη και πιο αινιγματική λέξη της ομολογίας της πίστεως μας: «Πιστεύω στον Θεό» – αυτό μας φέρνει στη λέξη «Θεός».

Πηγή: Πιστεύω, Ακρίτας, Αθήνα 2003