Άρθρο 04, 20.01.2025

Απλότητα και ελαστικότητα

Η επίκληση του Ονόματος είναι προσευχή ιδιαίτερης απλότητας, προσιτή σε κάθε Χριστιανό, αλλά που συγχρόνως οδηγεί στα βαθύτερα μυστήρια της κατάνυξης. Όποιος προτίθεται να κάνει την Προσευχή του Ιησού για πολλή ώρα κάθε μέρα -και ακόμα περισσότερο, όποιος σκοπεύει να εφαρμόσει τον έλεγχο της αναπνοής και άλλες φυσικές ασκήσεις σε συνδυασμό με την Προσευχή- αναμφίβολα χρειάζεται κάποιον γέροντα, κάποιον πεπειραμένο οδηγό. Τέτοιοι οδηγοί είναι εξαιρετικά σπάνιοι στις μέρες μας. Αλλά και κείνοι που δεν έχουν προσωπικό σύνδεσμο με κάποιον γέροντα, μπορούν κι αυτοί να κάνουν χρήση της Προσευχής άφοβα, φθάνει να περιορίζουν το χρόνο -αρχικά όχι παραπάνω από δέκα ως δεκαπέντε λεπτά κάθε φορά- και εφόσον δεν προσπαθούν να επέμβουν στις φυσιολογικές ρυθμικές απαιτήσεις που τους επιβάλλει το σώμα τους.

Καμιά ειδική γνώση ή εκπαίδευση δεν απαιτείται πριν ν’ αρχίσουμε την Προσευχή του Ιησού. Στον αρχάριο αρκεί να πούμε μόνο τούτο: ξεκίνα. «Για να μάθεις να περπατάς, πρέπει να κάνεις ένα πρώτο βήμα˙ για να μάθεις να κολυμπάς, πρέπει να πέσεις στο νερό. Το ίδιο ισχύει και με την Επίκληση του Ονόματος. Άρχισε να το προφέρεις με λατρεία και αγάπη. Προσκόλλησε τη σκέψη σου σ’ αυτό. Επαναλάμβανε το. Μη σκέφτεσαι ότι επικαλείσαι το Όνομά Του˙ σκέψου, μόνο τον ίδιο τον Ιησού. Λέγε το Όνομά Του αργά, απαλά και ήσυχα».

Ο εξωτερικός τύπος της προσευχής μαθαίνεται εύκολα. Βασικά αποτελείται από τις λέξεις «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Όμως δεν υπάρχει αποκλειστικός τύπος. Η φράση μπορεί να συντομευθεί: μπορούμε να λέμε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» ή «Κύριε Ἰησοῦ», ή ακόμα μόνο «Ἰησοῦ», αν κι αυτό το τελευταίο σπάνια συναντάται. Εναλλακτικά, η σύνθεση της φράσης μπορεί να επεκταθεί με την προσθήκη «τὸν ἁμαρτωλό» στο τέλος. Έτσι υπογραμμίζουμε την πλευρά της μετάνοιας. Μερικές φορές εισάγεται μία επίκληση της Παναγίας ή των Αγίων. Το μόνο ουσιώδες και απαράλλαχτο στοιχείο είναι η παρουσία του θείου Ονόματος «Ιησούς». Καθένας είναι ελεύθερος να ανακαλύψει διαμέσου της προσωπικής του εμπειρίας την ιδιαίτερη σύνθεση των λέξεων που ανταποκρίνεται πιο άμεσα στις ανάγκες του. Ο χρησιμοποιούμενος συγκεκριμένος τύπος μπορεί φυσικά να αλλάζει από καιρό σε καιρό, φτάνει αυτό να μη γίνεται πολύ συχνά: γιατί, καθώς και ο Αγ. Γρηγόριος ο Σιναΐτης επισημαίνει, «δέντρα που συνεχώς μεταφυτεύονται δε ριζώνουν».

Υπάρχει μια παρόμοια ελαστικότητα όσον αφορά τις εξωτερικές συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες λέγεται η Προσευχή. Διακρίνονται δύο τρόποι με τους οποίους μπορούμε να πούμε την Προσευχή, «ο αυθόρμητος» και ο «προσχεδιασμένος». Με το «αυθόρμητος» υπονοείται η χρήση της Προσευχής σε ώρες που ασχολούμαστε με τις συνηθισμένες δραστηριότητες της ημέρας. Μπορούμε να την πούμε μία ή περισσότερες φορές, τις σκόρπιες στιγμές της ημέρας που αλλιώς θα ’μεναν πνευματικά χαμένες: όταν ασχολούμαστε με κάποια συνηθισμένη ή αυτόματα εκτελούμενη εργασία, όπως το ντύσιμο, το πλύσιμο, το μαντάρισμα των καλτσών ή το σκάλισμα του κήπου˙ όταν περπατάμε ή οδηγούμε, όταν περιμένουμε στην ουρά του λεωφορείου ή σε μια κυκλοφοριακή συμφόρηση˙ σε κάποια ήρεμη στιγμή πριν από μία ιδιαίτερα επίμονη ή δύσκολη συνομιλία˙ όταν είμαστε ανίκανοι να κοιμηθούμε ή προτού καλά καλά το μυαλό μας ξυπνήσει από τον ύπνο. Μέρος της ξεχωριστής αξίας της Προσευχής του Ιησού βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι, επειδή είναι ριζικά απλή, μπορεί να λεχθεί σε καταστάσεις όπου το μυαλό μας εύκολα αποσπάται και όπου πιο σύνθετες μορφές προσευχής είναι αδύνατες. Είναι ιδιαίτερα βοηθητικό σε στιγμές έντασης και σοβαρού άγχους.

Αυτή η «αυθόρμητη» χρήση της Προσευχής του Ιησού μας δίνει τη δυνατότητα να γεφυρώσουμε το χάσμα ανάμεσα στις καθορισμένες «ώρες της προσευχής» -είτε όταν είμαστε στην εκκλησία είτε όταν είμαστε μόνοι στο δωμάτιό μας- και στις συνηθισμένες ασχολίες της καθημερινής ζωής. «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» επιμένει ο Απ. Παύλος (Α΄ Θεσ. ε΄ 17)˙ αλλά πως αυτό είναι δυνατόν, όταν έχουμε τόσα άλλα να κάνουμε; Ο επίσκοπος Θεοφάνης υποδεικνύει τη σωστή λύση με το απόφθεγμά του «τα χέρια στη δουλειά, το πνεύμα και η καρδιά στο Θεό». Η Νοερά Προσευχή, αφού γίνει με τη συχνή επανάληψη οικεία και σχεδόν ασυναίσθητη, μας βοηθάει να σταθούμε μέσα στην παρουσία του Θεού όπου κι αν βρισκόμαστε – όχι μόνο στο θυσιαστήριο ή στην ερημία, αλλά και στην κουζίνα, στο εργοστάσιο, στο γραφείο. Γινόμαστε έτσι σαν τον αδελφό Λαυρέντιο, που «ήταν πιο πολύ ενωμένος με το Θεό στη διάρκεια των καθημερινών ασχολιών του παρά στις πνευματικές του ασκήσεις». «Είναι μεγάλη απάτη» υπογράμμιζε, «να σκεφθείς ότι η ώρα της προσευχής θα πρέπει να είναι διαφορετική από οποιαδήποτε άλλη, αφού καλούμαστε εξίσου να είμαστε ενωμένοι με το Θεό, διά της εργασίας την ώρα της εργασίας όπως και διά της προσευχής την ώρα της προσευχής».

Αυτή η «ελεύθερη» απαγγελλία της Προσευχής του Ιησού συμπληρώνεται και ενισχύεται από την «προσχεδιασμένη» χρήση της, όταν δηλαδή συγκεντρώνουμε όλη μας την προσοχή στην επανάληψη της Προσευχής, αποκλείοντας κάθε εξωτερική δραστηριότητα. Εδώ, πάλι, δεν υπάρχουν άκαμπτοι νόμοι, αλλά ποικιλία και ελαστικότητα. Καμιά ιδιαίτερη στάση δεν είναι απαραίτητη. Στην Ορθόδοξη πράξη η Ευχή συνήθως απαγγέλλεται ενώ καθόμαστε, αλλά μπορεί να γίνεται επίσης καθώς στεκόμαστε ή είμαστε γονατισμένοι ή και, ακόμη, σε περιστάσεις σωματικής αδυναμίας και φυσικής εξάντλησης, ενώ είμαστε ξαπλωμένοι. Κανονικά απαγγέλεται στο τέλειο σκοτάδι ή με τα μάτια κλειστά, κι όχι με ανοιχτά μάτια μπροστά σε μια εικόνα φωτισμένη από κερί ή καντήλι. Ο στάρετς Σιλουανός του Αγ. Όρους (1866-1938), όταν έλεγε την Ευχή συνήθιζε πρώτα να κρύβει το ρολόι μακριά σε ένα ντουλάπι έτσι ώστε να μην ακούει το χτύπο, και κατόπιν τραβούσε το χοντρό μάλλινο καλογερικό σκούφο πάνω από τα μάτια του και τ’ αυτιά του.

Το σκοτάδι, όμως, μπορεί να μας φέρει ύπνο! Εάν νυστάξουμε καθώς καθόμαστε ή λέμε την Ευχή γονατισμένοι, θα πρέπει να σηκωνόμαστε για λίγο, κάνοντας το σημείο του Σταυρού στο τέλος κάθε Ευχής και κατόπιν να λυγίζουμε τη μέση με μια βαθιά υπόκλιση ακουμπώντας το έδαφος με τα δάκτυλα του δεξιού χεριού. Μπορούμε ακόμη να κάνουμε κάθε φορά μια βαθιά μετάνοια, αγγίζοντας το έδαφος με το πρόσωπο. Όταν την Ευχή τη λέμε καθισμένοι, ας προσέξουμε η καρέκλα να μην είναι τόσο αναπαυτική˙ προτιμότερο να μην έχει καθόλου χέρι ή πλάτη. Η Ευχή μπορεί επίσης να λέγεται καθώς στεκόμαστε, με τα χέρια απλωμένα σε σχήμα σταυρού.

Το κομποσκίνι, που έχει συνήθως εκατό κόμπους, χρησιμοποιείται συχνά στην Ευχή, κυρίως όχι τόσο για να μετράμε τις φορές που αυτή επαναλαμβάνεται, αλλά περισσότερο σαν βοήθεια για να συγκεντρωθούμε και να πετύχουμε έναν ορισμένο ρυθμό. Το μέτρημα είτε με κομποσκοίνι είτε με άλλους τρόπους, δεν ενδείκνυται. Είναι αλήθεια ότι στο πρώτο μέρος του βιβλίου «Περιπέτειες ενός Προσκυνητού» ο στάρετς δίνει μεγάλη σημασία στις φορές που η Ευχή πρέπει ακριβώς να επαναλαμβάνεται καθημερινά: 3.000 φορές, που θα αυξηθεί στις 6.000 και κατόπιν στις 12.000. Στο βιβλίο, ο προσκυνητής έχει κανόνα να λέει πάντα έναν ακριβή αριθμό, ούτε περισσότερο, ούτε λιγότερο. Τέτοια επιμονή στην ποσότητα, είναι εντελώς ασυνήθιστη. Πιθανόν με την επιμονή αυτή ο συγγραφέας να μη θέλει να τονίσει απλώς την ποσότητα, αλλά την εσωτερική τοποθέτηση του Προσκυνητή: ο στάρετς θέλει να εξετάσει την υπακοή και την προθυμία του να εκπληρώσει τον κανόνα που του έχει επιβληθεί, χωρίς παρέκκλιση. Ωστόσο, πιο χαρακτηριστική είναι η συμβουλή του επίσκοπου Θεοφάνη: «μη σε πειράζει το πόσες φορές λες την Ευχή. Ας είναι τούτη η μοναδική σου έγνοια: να ξεπηδήσει από την καρδιά σου με αυξανόμενη ορμή, σαν πηγή ζωντανού νερού. Απόδιωξε ολοκληρωτικά από το πνεύμα σου κάθε σκέψη για ποσότητα».

Η Ευχή γίνεται μερικές φορές ομαδικά, αλλά συνηθέστερα όταν είμαστε μόνοι˙ οι λέξεις μπορεί να απαγγελθούν δυνατά ή μυστικά. Στην Ορθόδοξη πράξη, όταν λέγεται δυνατά, απαγγέλεται παρά ψάλλεται. Δε θα πρέπει να υπάρχει τίποτα βεβιασμένο ή κοπιαστικό κατά τη διάρκειά της. Οι λέξεις δε θα πρέπει να σχηματίζονται με περισσή έμφαση ή εσωτερική βία αλλά η Ευχή πρέπει να αφεθεί να πάρει το δικό της ρυθμό και τόνο, έτσι που με τον καιρό να έρθει να «ψάλλει» μέσα μας με τη δύναμη της δικιάς της εσωτερικής μελωδίας. Ο στάρετς Παρθένιος του Κιέβου παρομοίαζε την αδέσμευτη κίνηση της Προσευχής με το απαλό γαργάρισμα του ρυακιού.

Απ’ όλα αυτά μπορεί κανείς να διαπιστώσει, ότι η Επίκληση του Ονόματος είναι μια προσευχή για όλες τις εποχές. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί από οποιονδήποτε, σε κάθε μέρος και κάθε ώρα. Είναι κατάλληλη για τον «αρχάριο» όπως και για τον πεπειραμένο: μπορεί να προσφερθεί μαζί με άλλους ή όταν είμαστε μόνοι˙ είναι εξίσου κατάλληλη στην έρημο ή στην πόλη, σε τόπους ιδιαίτερης ηρεμίας ή μέσα σε κίνηση και σε υπερβολικό θόρυβο. Δεν είναι ποτέ εκτός τόπου.

Πηγή: Mοναχή Μαγδαληνή- Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας