Ἡ θερμή ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ τρέφει περισσότερο ἀπό κάθε ὑλική τροφή καί δίνει πολλές θερμίδες στήν ψυχή καί στό σῶμα καί πολλές φορές θεραπεύει καί ἀγιάτρευτες ἀρρώστιες, δίχως φάρμακα, καί ἀναπαύει ψυχές. Ὅσοι δέν θυσιάζουν καί τή σωματική τους ὑγεία γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καταφρονώντας τή σωματική τους ἀνάπαυση, δέν βρίσκουν ἀνάπαυση πνευματική οὔτε σ’ αὐτήν τή ζωή οὔτε στή μέλλουσα, τήν αἰώνια. Ἐκεῖνοι πού θυσιάζουν ἀκόμη καί τή ζωή τους ἀπό καθαρή ἀγάπη, γιά νά προστατέψουν τούς συνανθρώπους τους, μιμοῦνται τόν Χριστό. Αὐτοί φυσικά εἶναι οἱ μεγαλύτεροι ἥρωες, διότι τούς τρέμει ἀκόμη καί ὁ θάνατος, γιατί ἀψήφησαν τόν θάνατο ἀπό ἀγάπη, κι ἔτσι νικᾶνε μέ τήν ἀθανασία, παίρνοντας τό κλειδί τῆς αἰωνιότητος κάτω ἀπό τήν πλάκα τοῦ τάφου, καί προχωροῦν ἐλαφρά στήν αἰώνια μακαριότητα.
Προτιμότερο φυσικά εἶναι γιά ἕναν εὐαίσθητο ἄνθρωπο νά σκοτωθεῖ ὁ ἴδιος μιά φορά ἀπό ἀγάπη, γιά νά προστατέψει τόν πλησίον του, παρά νά ἀμελήσει ἤ νά δειλιάσει, καί μετά νά σφάζεται συνέχεια ἀπό τήν συνείδησή του σ’ ὅλη του τή ζωή. Ἡ θυσία γιά τόν συνάνθρωπό μας κρύβει τήν μεγάλη μας ἀγάπη γιά τόν Χριστό. Ὅσοι ἔχουν μέν τήν ἀγαθή προαίρεση γιά νά ἐλεήσουν, ἀλλά δέν ἔχουν τίποτα καί πονᾶνε γι’ αὐτό, ἐλεοῦν μέ τό αἷμα τῆς καρδιᾶς τους. Ἐκεῖνοι πάλι πού θέλουν μέν νά μαρτυρήσουν γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά δέν ὑπάρχει Μαρτύριο, μποροῦν τήν ἀγάπη τους αὐτή, ἀπό τήν ὁποία καίγονται, νά τήν ἐκδηλώσουν μέ ἄσκηση σωματική γιά τίς ψυχές τῶν κεκοιμημένων πού καίγονται, γιά νά βροῦν λίγη ἀνάπαυση.
Ὅσοι δίνουν ὅλη τήν ἀγάπη τους στόν Θεό, λαμβάνουν καί ὅλη τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καί ἀπό τόν Θεό δίνονται στούς ἀνθρώπους. Ἐκεῖνοι δέ πού ἀγαποῦν ἀνθρώπους περισσότερο ἀπό τόν Θεό, ἐπειδή ἡ ἀγάπη τους εἶναι σαρκική, εἴτε μέ τήν καλή της ἔννοια εἴτε μέ τήν κακή, δέν παύουν νά εἶναι ὅλο σάρκα· ὅπως καί αὐτοί πού ἀγαποῦν τά γήϊνα περισσότερο παρά τά οὐράνια, εἶναι καί αὐτοί πηλός.
Η ΥΠΑΚΟΗ
Ἡ ὑπακοή εἶναι τό κλειδί τοῦ παραδείσου. Ἤθελε ἡ ὑπακοή νά πηγάζει ἀπό τήν ἐλευθερία καί νά γίνεται μέ χαρούμενη διάθεση. Νά μήν εἶναι τυπική, ἐξωτερική καί στρατιωτική, ἀλλά ὑποταγή στό φρόνημα τοῦ Γέροντα. Τήν θεωροῦσε θεραπεία κάθε ψυχικοῦ νοσήματος καί πρό παντός τῆς ὑπερηφανείας. Τόνιζε: «Ἡ ὑπακοή εἶναι ὁ πιό σύντομος καί εὔκολος δρόμος. Εἶναι τό κλειδί τοῦ παραδείσου. Μέ αὐτήν κόβεται τό θέλημα, ὁ ἐγωϊσμός, τά πάθη καί ἔρχεται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καί γίνεται ἡ ζωή παράδεισος».
Ἔλεγε: «Ἄν ἕνας εἶναι ἄρρωστος καί κάνει ὑπακοή, στόν γιατρό, θά γίνει καλά. Ἄν ἄλλος εἶναι λίγο χαζούλης καί κάνει ὑπακοή θά γίνει φιλόσοφος. Ἄν ὅμως εἶναι τετραπέρατος καί δέν κάνει ὑπακοή, θά καταστραφεῖ». Θεωροῦσε ὅτι τό χειρότερο εἶναι νά μήν ἀκούει κανείς τίς συμβουλές τῶν Γερόντων καί νά κάνει ὅ,τι τοῦ λέει ὁ λογισμός. Ἔλεγε: «Ἄν κάποιος ἀκούει τόν λογισμό του, αὐτός ζημιώνεται, εἶναι χαμένος, ζητᾶ τήν καταστροφή του». Ὅταν κάποιος τόν ρωτοῦσε, ὄχι γιά νά ὠφεληθεῖ καί νά ὑπακούσει, ἀλλά γιά νά ἀποσπάσει εὐλογία νά κάνει τό θέλημά του, διέκοπτε τήν ἄκαρπη συζήτηση λέγοντας: «Βάλε μετάνοια στόν λογισμό σου καί κάνε ὅπως θέλεις». Ὁ ἴδιος ἀπαλλασσόταν ἀπό τήν εὐθύνη. Γι’ αὐτό τόνιζε: «Οἱ Γεροντάδες θά δώσουν λόγο στόν Θεό, ἀνάλογα μέ τήν ὑπακοή πού κάνουν οἱ ὑποτακτικοί».
Συμβούλευε: «Οἱ ὑποτακτικοί νά κάνουν ὑπακοή στόν Γέροντά τους. Ἄν εἶναι αὐστηρός καί ἀδικοῦνται, θά λάβουν ἄφθονη τή χάρη. Νά μήν τόν κατακρίνουν. Ἄν δυσκολεύονται, νά λένε τόν λογισμό τους καί ὕστερα νά κάνουν ὅ,τι τούς πεῖ. Ὁ ὑποτακτικός νά εἶναι ὅλο προθυμία καί αὐταπάρνηση καί ὁ Γέροντας νά τοῦ βάζει μόνο φρένο. Ὁ Γέροντας νά κλαδεύει διακριτικά καί ὄχι νά κουτσουρεύει. Νά ἔχει περάσει πρῶτα ὁ ἴδιος ἀπό τήν ὑπακοή καί ὄχι νά κάνει πειράματα στόν ὑποτακτικό του. Οἱ Γέροντες πού ἀπαιτοῦν τυφλή ὑπακοή πρέπει νά βλέπουν πολύ καλά».
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΧΘΡΟΣ – Η ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ
Ὁ ὑπερήφανος εἶναι ἀνήσυχος ἐσωτερικά καί ἐξωτερικά θορυβώδης καί θέλει νά ἀδειάζει λόγια συνέχεια, τά κούφια καρύδια πού ἔχει, γιά νά θορυβεῖ, καί ἐάν ἔχει καί κανένα γερό, καί αὐτό εἶναι γεμάτο ἐγωϊσμό (σάν τό ταγκιασμένο καρύδι) καί, ὅταν τοῦ ἀγγίξεις τόν ἐγωϊσμό του, τότε εἶναι πού θά βγοῦν ὅλα τά πάθη του (σάν τά μυρμήγκια, ὅταν ἐγγίσεις τόν κούφιο κορμό τῆς καρυδιᾶς).
Ὅποιος δέν δέχεται ἕνα ράπισμα ταπεινά ἤ μιά παρατήρηση –εἴτε δέν ἔφταιξε καθόλου τότε καί εἶχε φταίξει ἄλλοτε καί ἐξόφλησε, εἴτε δέν ἔφταιξε ποτέ, καί ἐπέτρεψε ὁ Θεός νά ἀποταμιεύσει καμιά δραχμή στό αἰώνιο ταμιευτήριό Του–, ὁ ἄνθρωπος αὐτός θά δέρνεται συνέχεια ἀπό τόν ἐγωϊσμό του, θά δέρνεται ἀπό τούς ἄλλους καί συνέχεια θά δέρνεται καί ἀπό τό ταγκαλάκι, πού θά τόν ρίχνει ἀπό πειρασμό σέ πειρασμό, γιά νά τόν ἀγανακτήσει, καί νά χάσει καί τήν ψυχή του.
Ὅποιος σκάβει βαθιά τόν ἑαυτό του καί ἀνοίγει τά ταπεινά θεμέλια τῆς πνευματικῆς του οἰκοδομῆς, κόβει καί τίς ρίζες τοῦ ἐγωϊσμοῦ του, καί ἡ οἰκοδομή του μένει αἰώνια χωρίς καμιά ζημία.
Ὅποιος δέν ἐμπιστεύεται στόν Θεό, ἀλλά μέ αὐτοπεποίθηση στόν ἑαυτό του κτίζει μέ κοσμική φαντασία, αὐτός κτίζει στά μπάζα ἀπό σκουπίδια καί ἀργά ἤ γρήγορα θά σωριαστεῖ καί θά σωριάσει καί αὐτόν καί αὐτούς πού στεγάζει.
Ὅποιος βασίζεται στά κεφάλαιά του καί ἀνοίγει μεγάλη ἐπιχείρηση, ἐάν δέν ἔχει κεφάλι, θά χρεωκοπήσει. Τό ἴδιο καί στήν πνευματική ζωή δέν ἀρκοῦν μόνο οἱ σωματικές ἱκανότητες καί τό πολύ μυαλό,
Πηγή: ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΑΓΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

