Ο πλούσιος και ο φτωχός Λάζαρος
Κάποτε ο Χριστός είπε την εξής παραβολή: Ήταν κάποιος άνθρωπος πλούσιος, ο οποίος ζούσε την καλύτερη ζωή. Επειδή είχε χρήματα, όλη μέρα τρωγόπινε και διασκέδαζε με τους φίλους του. Στο δρόμο, κάτω από το σπίτι του πλουσίου, ζούσε κι ένας φτωχός που τον έλεγαν Λάζαρο. Ο Λάζαρος δεν είχε ούτε για να φάει. Έτρωγε λοιπόν από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου, δηλαδή από τα σκουπίδια του. Δεν έφτανε αυτό, αλλά ήταν άρρωστος και γεμάτος πληγές, ώστε να μην έχει δύναμη να περιποιηθεί τον εαυτό του, αλλά ούτε και να διώξει τα σκυλιά που πήγαιναν και τον έγλυφαν. Κάποτε ο Λάζαρος πέθανε. Πέθανε και ο πλούσιος και τον έθαψαν με μεγάλες τιμές και πολλούς λόγους.
Ο Λάζαρος πήγε στον Παράδεισο και εκεί ήταν η ψυχή του χαρούμενη και ευτυχισμένη, κοντά στον Αβραάμ, τον Γενάρχη των Εβραίων. Ο πλούσιος ήταν στην κόλαση και βασανιζόταν. Κάποια στιγμή επέτρεψε ο Θεός και ο πλούσιος είδε τον Λάζαρο από μακριά και φώναξε στον Αβραάμ: «Πάτερ Αβραάμ, στείλε τον Λάζαρο να βάψει το δάχτυλό του με λίγο νερό και να με δροσίσει, γιατί υποφέρω στην φωτιά αυτήν εδώ». Τότε ο Αβραάμ του είπε: «Παιδί μου, θυμήσου ότι στη ζωή σου τα γεύτηκες όλα τα καλά, ενώ ο Λάζαρος τίποτα. Τώρα αυτός είναι χαρούμενος κι εσύ υποφέρεις. Άλλωστε, είναι τόσο μακρινή η απόσταση μεταξύ μας που δεν είναι δυνατόν να έρθει ο Λάζαρος».
Ο πλούσιος τότε είπε: «Καλά για μένα, αλλά στείλε το Λάζαρο στη γη. Γιατί έχω πέντε αδέρφια που ζούνε την ίδια ζωή με μένα. Αν αναστηθεί ο Λάζαρος και τους πει τι γίνεται, τότε θα αλλάξουν ζωή». Ο Αβραάμ του απάντησε: «Αφού έχουν τον Μωυσή και τους προφήτες και το Λόγο του Θεού. Ας τον ακούσουν κι όλα θα πάνε καλά» Και ο πλούσιος του λέει: «Αν αναστηθεί ο Λάζαρος, μόνο τότε θα πιστέψουν». Και ο Αβραάμ απαντά: «Άμα δεν πιστεύουν τον Μωυσή και τους προφήτες, τότε ούτε τον Λάζαρο πρόκειται να πιστέψουν, ούτε κανέναν»!
Η διήγηση της παραβολής του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου διαιρείται σε τρία μέρη: α) ο πλούσιος και ο φτωχός σε αυτή τη ζωή, β) ο θάνατος των δύο πρωταγωνιστών, και γ) η αντιστροφή της καταστάσεώς τους στη μετά θάνατον ζωή.
Όνομα: Ένα σημείο στο οποίο αξίζει να σταθούμε με ιδιαιτερότητα είναι αυτό του ονόματος. Η γνωριμία μας με τον πλούσιο δεν γίνεται μέσω του ονόματος, αλλά με την περιγραφή ότι «φορούσε πορφύρα και βύσσο», δηλαδή πολυτελή ρούχα και διασκέδαζε καθημερινά. Μη προσδίνοντας, λοιπόν, όνομα στον πλούσιο, ο Χριστός του αφαιρεί την πραγματική ύπαρξη του προσώπου σε σχέση με τον Θεό και τον συνάνθρωπο και η ύπαρξη περιορίζεται μόνο στα πολυτελή ενδύματα και στην καθημερινή διασκέδαση. Γι’ αυτό ο πλούσιος, για το περιβάλλον του, είχε αξία όχι ως πρόσωπο, αλλά ως πλούσιος.
Το αμάρτημα του πλουσίου δεν ήταν ο πλούτος του, αλλά η αναγνώριση της ταυτότητάς του μόνο από την καθημερινή διασκέδαση χωρίς άλλη προοπτική. Σκοπός της ζωής του ήταν η υλιστική απόλαυση ας φάμε, ας πιούμε, ας διασκεδάσουμε, διότι αύριο πεθαίνουμε. Σε αντίθεση με την αιώνια ανωνυμία του πλούσιου ο φτωχός έχει όνομα: Λάζαρος, το οποίο έχει και συμβολική σημασία. Διότι σημαίνει ότι ο Θεός είναι βοηθός.
Μετά θάνατον: Ο φτωχός Λάζαρος δεν πέρασε απαρατήρητος στα μάτια του Θεού και Άγγελοι τον μετέφεραν στους κόλπους του Αβραάμ. Αυτό δυστυχώς που δεν έχουμε αντιληφθεί είναι ότι οι επιλογές μας σ’ αυτή τη ζωή έχουν επιπτώσεις και στην αιώνια ζωή. Ο πλούσιος πηγαίνει στον τόπο της βασάνου μετά από μια πλούσια κηδεία. Αυτό που ουσιαστικά έστειλε τον πλούσιο στον άδη δεν είναι κυρίως ό,τι έκανε, αλλ’ ό,τι δεν έκανε. Η αδυναμία του να προσέξει τον άλλον. Στο διάστημα της επίγειας ζωής του δεν καταδιώκει τον φτωχό. Όχι. Απλώς τον αγνοεί. Αδιαφορεί. Όταν όμως ο πλούσιος ζητά από τον Αβραάμ να στείλει τον Λάζαρο να δροσίσει τη γλώσσα του με λίγο νερό, ο Αβραάμ του λέει ότι μεταξύ τους υπάρχει αδιαπέραστο χάσμα. Αν θέλουμε να ζήσουμε χωρίς χάσμα μεταξύ μας και του Θεού, πρέπει από αυτή τη ζωή να αγωνισθούμε για την εξουδετέρωσή του.
Το αίτημα του πλουσίου: Το τρίτο μέρος της παραβολής αφορά στο αίτημα του πλουσίου να ληφθεί μέριμνα για τα αδέλφια του στη γη, που ζουν με τις τότε αντιλήψεις και τον ίδιο τρόπο, έτσι ώστε να αλλάξουν και να μην πάνε και εκείνοι στον τόπο της βασάνου. Αφού όμως αυτοί δεν δέχτηκαν τον λόγο του Χριστού και δεν πίστεψαν στην Ανάστασή του, πώς είναι δυνατόν να μετανοήσουν;
Ο λόγος του Χριστού έχει πάντοτε την επικαιρότητά του. Πράγματι, στην εποχή μας η αναγνώριση πολλών ανθρώπων γίνεται όχι από το όνομα, αλλά από την οικονομική τους κατάσταση και την υψηλή κοινωνική, πολιτική και επαγγελματική τους θέση. Όμως ο Χριστός μας καλεί να μετανοήσουμε, να εγκαταλείψουμε αυτή τη νοοτροπία, να αλλάξουμε δηλαδή τρόπο σκέψεως και συμπεριφοράς και να μη χαιρόμαστε απλά γιατί έχουμε κατορθώσει κάτι στη ζωή μας αυτή, αλλά γιατί τα ονόματά μας έχουν γραφεί στην αιωνιότητα! Πολύ σοφά παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος ότι «η παραβολή αυτή μας παρέχει φάρμακα σωτηρίας, διότι σωφρονίζει εκείνους που πλουτίζουν, τους δε πτωχούς παρηγορεί». Και συνεχίζοντας προτρέπει: «Αυτή την παραβολή να την γράψετε και οι πλούσιοι και οι φτωχοί, οι πλούσιοι στον τοίχο της οικίας σας και οι φτωχοί στον τοίχο της διάνοιάς σας».
Πνεύμα κοινωνίας και αγάπης: Ας φροντίζουμε με τον τρόπο που ζούμε, που μετέχουμε στην καθημερινότητα, να αποφύγουμε την εγωιστική νοοτροπία του πλουσίου, μια νοοτροπία κοντόφθαλμη που περιορίζεται στη γη, μια νοοτροπία που εγωιστικά κρατάει τους θησαυρούς, υλικούς ή πνευματικούς, για ατομική κατανάλωση. Και ας γνωρίζουμε ότι κανένας δεν πρόκειται να πάρει τίποτε μαζί του, όταν θα κλείσει τα μάτια του. Ας γίνουμε λοιπόν περισσότερο όμοιοι του Θεού με το να γινόμαστε ακόμα περισσότερο άνθρωποι!».
Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας γράφει πως, ενώ για τον πλούσιο ο Κύριος αποφεύγει να αναφέρει το όνομά του και απλώς μας λέγει· «άνθρωπος δε τις ην πλούσιος» (Λουκ. 16,19), δεν κάνει το ίδιο και για τον πτωχό. «Διά τι γαρ μη είπε, Πτωχός δε τις άνθρωπος, αλλά, Λάζαρος; Ίνα τη προσηγορία δείξη πείρα και αληθεία ταύτα πεπράχθαι››, δηλαδή γιατί να μην πεί, κάποιος φτωχός άνθρωπος, αλλά Λάζαρος; Ονομάτισε το φτωχό, ώστε από το όνομα να δείξει πως αληθινά έχουν συμβεί αυτά (τα οποία πρόκειται να διηγηθεί). Ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός προχωρεί ακόμη πιο πολύ και λέγει πως από την παράδοση των Εβραίων ο πλούσιος ονομαζόταν Νινευίς κι ο φτωχός Λάζαρος. Όταν πέθαναν και οι δυό, «παραβολήν ο Χριστός τα κατ’ αυτούς εποίησε», τότε ο Χριστός έκανε τη ζωή τους παραβολή. Τα ίδια λέγει κι ο άγιος Θεοφύλακτος. Υπήρχε στα Ιεροσόλυμα κάποιος Λάζαρος ονομαστός για τη φτώχεια του.
Πρώτα πρώτα ήθελε να καταρρίψει την εσφαλμένη αντίληψη των Εβραίων, πως καθένας που είναι άρρωστος και φτωχός, είναι στερημένος της εύνοιας του Θεού. Πέθανε ο φτωχός κι οδηγήθηκε από τους αγγέλους «εις τον κόλπον Αβραάμ» (Λουκ. οπ.π. στιχ. 22). Αντίθετα, μετά το θάνατό του ο πλούσιος βρέθηκε να είναι βασανιζόμενος.
Ο αδυσώπητος πλούσιος και ζώντας ήταν μέσα στο μνήμα της στερήσεως της χάριτος τού Θεού και μετά θάνατο πάλι το ίδιο. Η ψυχή του ήταν θαμμένη μέσα στα υλικά αγαθά. Αυτοί που διαχειρίζονται τον πλούτο ιδιοτελώς και δεν έρχονται αρωγοί στους πτωχούς αδελφούς τους, δεν θα έχουν καλό τέλος.
Ο Κύριος με την παραβολή αυτή ήθελε να μας διδάξει να είμαστε φιλάλληλοι και φιλόπτωχοι. Πολλές φορές το είχε διακηρύξει: «Πωλήσατε τα υπάρχοντα υμών και δότε ελεημοσύνην» (Λουκ. 12,33). Πράγματι, η εντολή αυτή είναι καλή, αγαθή και σωτήρια, αλλά πάρα πολύ δύσκολη στην εφαρμογή της. Δυσκολεύονται οι πολλοί να την παραδεχθούν. Ο ανθρώπινος νούς συναντάει εμπόδια στις εντολές αυτές που απαιτούν «βία» στην εφαρμογή τους. Έτσι ο Κύριος, λέγοντας την παραβολή αυτή και δείχνοντας τα αποτελέσματα της ζωής των δύο αυτών αντίθετων τύπων, μας παρακινεί να διαχειρισθούμε τον πλούτο μας με πνεύμα φιλαλληλίας. Μας ωθεί λέγοντας: «ποιήσατε εαυτοίς φίλους εκ του μαμωνά της αδικίας» (Λουκ. 16,9).
Εντύπωση προκαλεί το ρήμα «απέλαβες». Το ρήμα «απολαμβάνω» «επί των χρεωστουμένων τάττεται», λέγει ο Ζιγαβηνός. Τι χρωστούσε στον πλούσιο και στον φτωχό ο Θεός; Προφανώς ο πλούσιος κάποια αρετή θα είχε. Δεν θα ήταν παντελώς άμοιρος αρετών. Γι’ αυτή του την αρετή του έδωσε πλούσια τα αγαθά στη γη. Επίσης κι ο πτωχός κάποια κακία θα είχε. Με τα δεινά και την υπομονή του ξεπλήρωσε κάθε χρέος της κακίας. Πέθαναν έχοντας ο ένας άκρατη κακία κι ο άλλος άκρατη αρετή. Ό,τι χρωστούσαν, το ξεχρέωσαν στη γη. Στην άλλη ζωή το λόγο καθ’ ολοκληρίαν τον είχε ο Θεός.
Στην καθημερινή μας ζωή πολλοί είναι εκείνοι που ζητούν τη βοήθειά μας. Όπως επίσης και πολλές είναι οι φορές που αρνηθήκαμε να βοηθήσουμε κάποιον, ενώ μπορούσαμε. Η ωραιότατη αυτή παραβολή μας βοηθεί πολύ να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας και να νιώσουμε τον άλλο σαν αδελφό μας, που θα μας χαρίσει τη Βασιλεία του Θεού ή θα γίνει αιτία να κατακριθούμε αιώνια. Αν ο πλούσιος της παραβολής έχει μεγάλη αγωνία για το πού θα βρεθούν τα αδέρφια του μόλις αποδημήσουν από αυτή την ζωή, τότε εμείς ας μην δείξουμε αδιαφορία σε ό,τι μας ζητάει ο Χριστός να κάνουμε απέναντι στους σημερινούς φτωχούς συνανθρώπους μας.
Πηγές: Επίσκοπος Φαναρίου Αγαθάγγελος, Μητροπολίτης Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας Ιωήλ
